Έξι θέσεις για τον φασισμό

Standard

του Μάκη Κουζέλη

O κήπος των Αρχαιολόγων πλημμύρισε την Τετάρτη το βράδυ, ο κόσμος σκαρφάλωνε και στους τοίχους για να ακούσει, στην εκδήλωση των «Ενθεμάτων» και του Unfollow για τον νεοφασισμό και τη ρατσιστική βία. Και ήταν ωραία αυτή η μαζική προσέλευση (πάνω από 500 άνθρωποι, όπως εκτιμούσαν οι «ειδήμονες» στις καταμετρήσεις) σε μια συζήτηση για ένα θέμα δύσκολο και απειλητικά. Ήταν σημαντικά όσα είπαν οι ομιλητές, αλλά και η προσοχή με την οποία ακούστηκαν, η  διάθεση εμπλοκής, η αγωνία, ο δυναμισμός των ανθρώπων, όλα αυτά μαζί, που αναδείχθηκε στη συζήτηση.  Γιατί δείχνουν ότι υπάρχει η πολιτική και ψυχική ετοιμότητα για τη συγκρότηση μαζικών αντιφασιστικών αντιστάσεων.  Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του Μάκη Κουζέλη. Θα ακολουθήσουν και οι άλλες, στα επόμενα φύλλα.

ENΘΕΜΑΤΑ

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο του ΕΑΜ

Θα διατυπώσω έξι επισημάνσεις με τη μορφή θέσεων, που αποτελούν –ελπίζω– κοινούς τόπους.

1. Η Χρυσή Αυγή είναι φασισμός –κανείς δεν μπορεί να κάνει πως δεν τον είδε, κανείς πως δεν καταλαβαίνει– και ο φασισμός της έχει απήχηση — κανείς δεν την ψήφισε «κατά λάθος».

Η Χ.Α. δεν είναι απλώς ακροδεξιά, απλώς ξενοφοβική ρατσιστική οργάνωση· είναι φασιστική νεοναζιστική συμμορία. Ανήκει στις στρατιές της σβάστικας, είναι παρακλάδι αυτών που έκαιγαν τα ελληνικά χωριά. Σίγουρα δεν είναι η μοναδική εκδοχή φασισμού στην ελληνική κοινωνία ή και την ελληνική πολιτική σκηνή· είχε και έχει συμμάχους, υποστηρικτές, προπαγανδιστές και προπομπούς. Εκτός από τα SA, υπάρχουν και οι θεσμικότεροι παράγοντες πολιτικής εκπροσώπησης ενός εθνικοσοσιαλιστικού εργατισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κενό μεταξύ των δύο «άκρων»

Standard

 του Πολυμέρη Βόγλη

Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, εκδήλωση των «Ενθεμάτων» και του Unfollow για τον νεοφασισμό και την έξαρση της ρατσιστικής βίας. Φωτογραφίες Άγγελος Καλοδούκας-Εύα Καραγκιοζίδου

Η «θεωρία των δύο άκρων» άρχισε να εμφανίζεται στο δημόσιο λόγο πριν από τις εκλογές του Μαΐου. Βασιζόταν σε μια σχετικά απλή και φαινομενικά ορθή διαπίστωση: ο διαφαινόμενος καταποντισμός των δύο μεγάλων κομμάτων που δέσποζαν στο χώρο του Κέντρου, θα οδηγούσε στην άνοδο των δυνάμεων που τοποθετούνταν σαφέστερα στον χώρο είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς. Ωστόσο η διαπίστωση αυτή ήταν η αφετηρία για την προσπάθεια συσχέτισης των δύο άκρων, την απόπειρα, δηλαδή, να κατασκευαστεί μια βαθύτερη ταύτιση των δύο χώρων, της Αριστεράς και της Ακροδεξιάς. Η «θεωρία των δύο άκρων», λίγους μήνες μετά την εμφάνισή της, τείνει πλέον να μετατραπεί σε  «κοινό τόπο», μια «αλήθεια»,  που επαναλαμβάνεται από δημοσιογράφους, πολιτικούς και διανοούμενους.

Το ιστορικό υπόβαθρο αυτής της θεωρίας βρίσκεται στις απόψεις που κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες και οι οποίες εξομοιώνουν τον ναζισμό και τον κομμουνισμό. Αρχικά, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η εξομοίωση επιχειρήθηκε στο πλαίσιο του ερμηνευτικού σχήματος του «ολοκληρωτισμού», και μετά το 1989, στην κατασκευή μιας κοινής ευρωπαϊκής αφήγησης για τον 20ό αιώνα, η οποία να συμπεριλαμβάνει και τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, μια αφήγηση καταδίκης τόσο του ναζισμού όσο και του κομμουνισμού, οι οποίοι προκάλεσαν στην Ευρώπη δεινά και καταστροφές. Η σύνδεση του Χίτλερ με τον Στάλιν ως των δύο «δεινών» της Ευρώπης του 20ού αιώνα  είχε ως συνέπεια να απαξιωθούν όχι τόσο το σοβιετικό καθεστώς όσο οι ιδέες της επανάστασης και της κοινωνικής ισότητας. Επιπλέον, κάποιοι εξακολουθούν να ταυτίζουν την Αριστερά με τον Στάλιν και τα γκούλαγκ, παρά το γεγονός ότι η Αριστερά στο πέρασμα των δεκαετιών έχει μεταμορφωθεί μέσα από κριτική και διασπάσεις, την ώσμωση με κοινωνικά κινήματα, τη διάνοιξη νέων ιδεολογικών οριζόντων. Συνέχεια ανάγνωσης

Από την αντιποίηση της αρχής στην ανατροπή της δημοκρατίας

Standard

της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η επίθεση στη Ραφήνα, 7.9.2012

Στην ελληνική ποινική θεωρία, η χωρίς δικαίωμα ενέργεια έρευνας ή κατάσχεσης από εμφανιζόμενο ως δήθεν αστυνομικό ή το να ζητάει κάποιος στοιχεία από διερχόμενο είναι τα κλασσικά παραδείγματα που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το αδίκημα της αντιποίησης αρχής. Η σχετική διάταξη του Ποινικού Κώδικα προστατεύει την εξουσία της πολιτείας και των αρχών της και τιμωρεί όποιον εν γνώσει του προβαίνει σε πράξεις δημόσιας εξουσίας χωρίς αντίστοιχη αρμοδιότητα. Το να εμφανίζεται κάποιος ως αστυνομικός δεν προϋποθέτει το να φοράει στολή, να έχει μεταμφίεση, να προβαίνει στην πράξη αυτή με εξαπάτηση κτλ.

Το επιχείρημα της Χρυσής Αυγής ότι τα μέλη της έχουν δικαίωμα –όπως κάθε πολίτης– κατ’ άρ. 275 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «να συλλάβουν το δράστη» αυτόφωρων κακουργημάτων ή πλημμελημάτων θα μπορούσε να ισχύει στο βαθμό που γνώριζαν ότι τελείται κάποιο αδίκημα και πράγματι συλλαμβάνανε τον δράστη, άμεσα προσάγοντάς τον στις αρχές. Αυτό ορίζει η διάταξη αυστηρά με ρητή υπόμνηση τήρησης των συνταγματικών διατάξεων. Τα μέλη όμως της Χ.Α. αφενός δεν γνώριζαν εάν πράγματι συνέτρεχε περίπτωση αδικήματος (δεν γνώριζαν εάν είχαν ή όχι άδειες) αλλά το υπέθεταν με το ρατσιστικό κριτήριο της καταγωγής, αφετέρου όχι απλώς δεν «συνέλαβαν» κανέναν, αλλά, δέρνοντας και σπάζοντας πάγκους, προέβησαν ίδιοι στη διάπραξη αυτόφωρων εγκλημάτων. Η λογική της διάταξης που επικαλείται η Χ.Α. είναι να έχει κανείς τη δυνατότητα να πιάσει το ληστή που φεύγει με τη σακούλα απ την τράπεζα, το φονιά που τρέχει με το όπλο στο χέρι, τον τσαντάκια που κλέβει τη γιαγιά κι αυτή φωνάζει «βοήθεια» και άμεσα, όπως ρητά ορίζεται, να τον προσάγει στις αρχές. Συνέχεια ανάγνωσης

Η στάση του Βάλια Σεμερτζίδη απέναντι στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Standard

 

 ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

της Μαρίας Πούλου

Ο Βάλιας Σεμερτζίδης είναι ιδιότυπη περίπτωση αριστερού καλλιτέχνη. Η ιδεολογία έχει καθοριστική παρουσία στη σκέψη και το έργο του, όμως, ενώ από τη μια εξέφερε έναν αισθητικό λόγο πραγματικά στρατευμένο, με ευκρινή τον κομματικό απόηχο, από την άλλη, εξίσου σταθερά απέκλινε από και απέρριπτε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Όπως κι ένα σημαντικό ποσοστό αριστερών καλλιτεχνών ήδη από το μεσοπόλεμο, υποστήριζε μια πιο διευρυμένη εκδοχή μαρξιστικής τέχνης, ανοιχτή σε μορφοπλαστικές καινοτομίες του μοντερνισμού, στο πλαίσιο πάντοτε της παραστατικότητας. Πίστευε ότι τα νεωτερικά «ζωγραφικά στοιχεία»,[1] η προσέγγιση του σχεδίου, του χρώματος και της σύνθεσης μέσα από την απεξαρτημένη από το νατουραλισμό αντίληψη της εικαστικής αναγωγής, είναι αναγκαίος όρος για τη δημιουργία ενός σύγχρονου ρεαλισμού. Τις απόψεις αυτές, τις κατέθεσε επανειλημμένα σε προσωπικές σημειώσεις, κείμενα και συνεντεύξεις.

Μπετατζήδες, 1960, μονοτυπία.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 θα διατυπώσει μια απρόσμενη εκτίμηση. Σε συνέντευξη που δίνει στον Γιώργο Πετρή για την Επιθεώρηση Τέχνης, το 1959, θα δηλώσει σχετικά με τις ρεαλιστικές τάσεις της εποχής που αποτελούν τον «ισχυρό» αντίλογο στην αφαίρεση: «Ο νεορεαλισμός, μια τάση που πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε πως έχουν μέσα της οι Μεξικάνοι το προβάδισμα, έχει μεγάλους καλλιτέχνες, στην Ιταλία, τη Γαλλία και στις άλλες χώρες. Ύστερα δεν θα πρέπει να ξεχνούμε το ρεαλισμό των Ανατολικών χωρών σαν την Κίνα, τη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες χώρες […]».[2]

Με την τοποθέτηση αυτή, ο Σεμερτζίδης αποκλίνει από την κομματική γραμμή με μια ανώδυνη, για την εποχή, όχι όμως λιγότερο εύγλωττη δήλωση. Στο πεδίο της αισθητικής, η μεγάλη ιδεολογική διαμάχη των χρόνων εκείνων διεξάγεται μεταξύ ρεαλισμού και αφαίρεσης και, από τη σκοπιά αυτή, η άποψη του ζωγράφου βρίσκεται στη σωστή πλευρά. Όμως, η επίσημη κομμουνιστική θέση για το νεορεαλισμό είναι απορριπτική, γεγονός που δίνει διαφορετική χροιά στην απάντησή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Διμέτωπος αγώνας

Standard

του Κύρκου Δοξιάδη

István Dési Hußer, «Νέα τάξη», 1928

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά και πιο πρόσφατα, στη δουλειά μου γενικότερα αλλά και σε κάποια από τα κείμενά μου εδώ στα «Ενθέματα», έχω διαφοροποιηθεί από την τάση της Αριστεράς να ερμηνεύει τα πάντα με βάση κάποιο διπολικό σχήμα: κεφάλαιο / εργασία, καπιταλισμός / σοσιαλισμός, μονοπώλια / αντιμονοπωλιακές δυνάμεις, ιμπεριαλισμός / αντιιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση / αντιπαγκοσμιοποίηση. Τάση η οποία υποστηρίζω ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον οικονομικό αναγωγισμό και στον φιλοσοφικό ολισμό που χαρακτηρίζουν τον παραδοσιακό μαρξισμό. Επειδή όμως το μέλημά μου σε τούτο εδώ το κείμενο είναι περισσότερο πολιτικό παρά θεωρητικό, θα επισημάνω και μια άμεσα πολιτική αιτία για την διπολιστική τάση της Αριστεράς.

Είναι πιο εύκολο να έχεις έναν αντίπαλο παρά δύο (ή περισσότερους). Ακόμη και αν εξακολουθείς να εναντιώνεσαι σε (τουλάχιστον) δύο διακριτές και μη αναγώγιμες μεταξύ τους δυνάμεις, συχνά επιλέγεις τη χειρότερη από τις δύο και προσωρινά τουλάχιστον αγωνίζεσαι εναντίον εκείνης, αφήνοντας τη λιγότερο κακή στην ησυχία της. Αν μάλιστα αυτό είναι εφικτό, συμμαχείς κιόλας με τη δεύτερη εναντίον της πρώτης. Η Αριστερά στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν σταμάτησε να είναι αντικαπιταλιστική στην ιδεολογία της, κάθε άλλο. Επέλεξε όμως να συμμαχήσει με όλες τις αντιφασιστικές και αντιναζιστικές δυνάμεις των καπιταλιστικών χωρών. Σε εκείνη μάλιστα την περίπτωση δεν ήταν απλώς «πιο εύκολο» για την Αριστερά να έχει έναν αντίπαλο, το ενιαίο μέτωπο εναντίον του φασισμού-ναζισμού επιβαλλόταν από τις συνθήκες – κάθε άλλη επιλογή της Αριστεράς πιθανότατα θα είχε ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Έπαρση και υποστολή

Standard

 ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΓΙΝΑΜΕ ΩΡΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Είναι νομίζω δύσκολο να σχολιάσεις μια φωτογραφία που έχεις τραβήξει. Άλλωστε, μετά το κλικ της μηχανής, σπάνια επιστρέφω σε μια φωτογραφία. Και πάλι τότε για να τη διαβάσω με έναν διαφορετικό, από τον αρχικό, τρόπο.

Πριν λίγα χρόνια, χαζεύοντας από το πίσω παράθυρο της δουλειάς στον ακάλυπτο, το βλέμμα σταμάτησε σε μια ελληνική σημαία που κρεμασμένη μια απλώστρα. Οι υποθέσεις πολλές. Μια πατριωτική οικογένεια σε μια περιοχή με πολλούς μετανάστες; Ναι, αλλά γιατί η γαλανόλευκη με μανταλάκια, συντροφιά με τα ασπρόρουχα και όχι σε κοντάρι; Εν είδει προφύλαξης της μπουγάδας; Από αιδώ για τα εσώρουχα; Άραγε δεν έβρισκε κάποιο άλλο πανί η νοικοκυρά; Δεν έμαθα ποτέ. «Υπεστάλη», όταν πιθανόν αναχώρησαν οι ιδιοκτήτες της.

Την θυμήθηκα ξανά με αφορμή έναν κόσμο που υψώνει το λάβαρο· έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζω. Τα «παλικάρια» και τις εφόδους τους που — τα ξυρισμένα κεφάλια  συντεταγμένα με τις σημαίες– πλασάρονται ως οι μόνοι γνήσιοι δικαιούχοι και καπηλεύονται τη χρήση της. Φαινόμενο σαφώς όχι πρωτόγνωρο, αλλά σίγουρα ανησυχητικό. Δεν νομίζω να έχω δακρύσει ποτέ αντικρίζοντας την γαλανόλευκη, ωστόσο σηματοδοτούσε κάποια πράγματα για μένα. Αλλά φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να βλέπω σημαία και να ανατριχιάζω, και όχι από συγκίνηση. Εκεί που κάποιοι κάνουν έπαρση, εγώ βλέπω υποστολή.

Αγγελική Χριστοδούλου Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: ενάντια στον Άσαντ, ενάντια στη νατοϊκή επέμβαση

Standard

του Ταρίκ Αλί

μετάφραση: Καλλίμαχος Χρυσορρόης

Αφίσα του freestyle (Μichael Thompson) από το flick

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, υποστήριξα ανοιχτά και δημόσια τη λαϊκή εξέγερση εναντίον της οικογενειακής κλίκας που, υπό το ένδυμα του μπααθισμού, κυβερνά τη Συρία. Αντιτίθεμαι σε αυτό το καθεστώς από τότε που το στρατιωτικό πραξικόπημα του πατρός Άσαντ ανέτρεψε το πολύ πιο φωτισμένο προηγούμενο καθεστώς: τους ηγέτες και τους αγωνιστές του τελευταίου τους είχα συναντήσει μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ενώ στις τάξεις του έβρισκες μερικούς από τους διαπρεπέστερους διανοούμενους του αραβικού κόσμου.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα φανταστεί ότι η Συρία θα εκρήγνυτο, όπως η Αίγυπτος, αλλά αισθάνθηκα μεγάλη χαρά όταν συνέβη αυτό.  Είχα την ελπίδα ότι το εύρος της εξέγερσης και η ολοφάνερη αποδοχή της από τον λαό θα ανάγκαζε το καθεστώς να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις και σε μια συμφωνία για την εκλογή ενός αντιπροσωπευτικού σώματος που θα ψήφιζε ένα νέο Σύνταγμα. Σύμφωνα με αρκετές ενδείξεις,  λίγοι μόνο στους κόλπους του καθεστώτος πριμοδοτούσαν μια τέτοια εξέλιξη. Πολύ λίγοι. Εις μάτην. Η βλακεία και η βαρβαρότητα, τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος, δεν  μπορούσαν να παραμεριστούν. Είχαν θεσμοποιηθεί, και ο Μπασάρ Άσαντ ήταν πεπεισμένος ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις θα ήταν μοιραίες. Συνέχεια ανάγνωσης