Μερικές σκέψεις για τη φασιστική ακροδεξιά εν καιρώ κρίσης

Standard

 του Ανδρέα Καρίτζη

 Η οικονομική κρίση οδηγεί εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού στο περιθώριο. Η στοιχειώδης κάλυψη των αναγκών δεν είναι πια δυνατή, ενώ δεν υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, γεγονός που θέτει σε επερώτηση βασικές πτυχές της στρατηγικής οργάνωσης της ζωής (ατομικός δρόμος κ.ο.κ.), ακυρώνει τα κυρίαρχα μοτίβα κατανόησης της πραγματικότητας και γεννάει πρώιμα άγχη αφανισμού. Η φασιστική ακροδεξιά δίνει τη δική της απάντηση στον θυμό και την οργή, στο υπαρξιακό άγχος, στην έλλειψη κατανόησης, στην αποσταθεροποίηση, καθώς και στην οργάνωση της ζωής σε καιρούς κρίσης. Η αιτία των προβλημάτων και των αδιεξόδων που βιώνουν οι πολίτες δεν οφείλονται, κατά την προσέγγισή της, σε εγγενείς αντιθέσεις εντός της κοινωνίας. Η κοινωνία συνιστά ένα αρμονικό σύνολο, το οποίο νοσεί εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων (μοτίβο κατανόησης). Η αιτία των δεινών είναι πάντα ο ξένος/διαφορετικός, η απαλλαγή από τον οποίο συνιστά τον προγραμματικό πολιτικό στόχο (υπαρξιακή αποκατάσταση). Διοχετεύει την οργή και τον θυμό σε αδύναμες, κατά τεκμήριο, κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, Ρομά, ομοφυλόφιλοι ΑΜΕΑ κ.ο.κ.) και οργανώνει την καθημερινότητα στη βάση πρακτικών βίας εναντίον τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ποιητική της αποπομπής

Standard

του Φίλιππου Ωραιόπουλου

Έργο του Τίμπορ Πόλυα, 1910

Μπροστά στο συστημικό αδιέξοδο της ευρωπαϊκής οικονομικής συγκρότησης, κατασκευάζεται καθημερινά από την ευρωπαϊκή και την πλανητική ηγεμονική ελίτ (πολιτική, οικονομική και επικοινωνιακή), με τρόπο άτυπο αλλά συστηματικό, περίτεχνο αλλά βίαιο, ως σκιά, ως παράπλευρη, ετεροτοπική και επιφαινόμενη εκδοχή, ένα αρχείο από επίσημους και ανεπίσημους επιτελεστικούς λόγους. Οι λόγοι αυτοί παρουσιάζονται στην ευρωπαϊκή και στην πλανητική σκηνή, συγκροτώντας ένα νέο φαντασιακό ρόλο ως διανοητική κατασκευή γύρω από την εκδοχή της αποπομπής μιας χώρας, εν προκειμένω της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.

Αυτή η διανοητική κατασκευή εικονοποιεί με φυσικό τρόπο ένα πρόσωπο με τη μορφή αρνητικού «ειδώλου». Το πρόσωπο αυτό δομείται από λόγους που αιτιολογούν το υπάρχον «Κακό», ως αιτία για τη μη λύση του συστημικού αδιεξόδου. Η θεατρικότητα μιας τέτοιας εξουσιαστικής δομής συγκροτείται από την πλοκή των ρόλων ενός ευρωπαϊκού και παγκόσμιου παιχνιδιού από εκπροσώπους ευρωπαϊκών και παγκόσμιων οργανισμών, κυβερνήσεων και διοικήσεων εθνικών και υπερεθνικών, μέσα στους οποίους το αρνητικό ελληνικό «είδωλο» κατέχει μια ειδική θέση. Το παιχνίδι αυτό είναι υπό συνεχή διαμόρφωση με ταχύτητες διαδικτυακές. Οι όροι του διαμορφώνονται από τη διαχείριση που απαιτούν τα συστημικά αδιέξοδα μιας νεοφιλελεύθερης εκδοχής στο πλαίσιο των εγγενών αδυναμιών και της κατάχρησης της αντιπροσωπευτικής Δυτικής Δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αριστερά και η αξία του δημοκρατικού πατριωτισμού

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

Bάλιας Σεμερτζίδης, «Συνεδρίαση αυτοδίοικησης στα Άγραφα», 1944-1945

Η κατασκευή ενός προβλήματος: είναι ο ΣΥΡΙΖΑ το νέο ΠΑΣΟΚ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλείται ότι μεταλλάσσεται σε «νέο ΠΑΣΟΚ». Αφορμή, η αξιόλογη πρωτοβουλία του «Νέου Αγωνιστή» να οργανώσει συγκέντρωση με θέμα αν ισχύει σήμερα το τρίπτυχο: Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση. Η αιτίαση είναι άδικη, διότι η επεξεργασία του δημοκρατικού σοσιαλισμού, η οποία αναγκαίως περιλαμβάνει το ανωτέρω τρίπτυχο, υπερβαίνει κατά πολύ τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη. Η τελευταία προέταξε αυτές τις αρχές ως σύνθημα ικανό να οδηγήσει στη δήωση των ιδεών και των αξιών της Αριστεράς, ώστε το –ενίοτε εξιδανικευόμενο σήμερα– ΠΑΣΟΚ του ’74-’81 να εφορμήσει προς την εξουσία, για να το εγκαταλείψει αμέσως. Μετά, ασχολήθηκε με το βάψιμο, δηλαδή πώς θα βάψει πράσινο το μαύρο πελατειακό κράτος, που δημιούργησε η μεταπολεμική, δωσιλογική Δεξιά. Το ΠΑΣΟΚ διετήρησε όλα τα πελατειακά γνωρίσματα του κράτους, συχνά τονίζοντάς τα. Γι’ αυτό ούτε υπήρξε ούτε μπορεί να υπάρξει θεωρητική επεξεργασία για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό που να περιλαμβάνει τις πομπώδεις διακηρύξεις του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ απαξίωσε όχι μόνο τη συστηματική θεωρητική επεξεργασία αλλά και τον στοιχειώδη σχετικό προβληματισμό. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, παρόμοιος προβληματισμός ούτε, βεβαίως, η συστηματική επεξεργασία προβλημάτων και εννοιών, για να μπορεί να λέει κάποιος «Μάλιστα, κ. πρόεδρε».

Αυτό το τρίπτυχο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, συγκροτεί την έννοια του δημοκρατικού πατριωτισμού και, μάλιστα, είναι ανιχνεύσιμο στην παράδοση του φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματισμού της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο 36 του Συντάγματος της Τροιζήνας, το 1827, κατοχυρώνει τη φιλελεύθερη διάκριση των εξουσιών, ενώ το άρθρο 5 τη λαϊκή κυριαρχία ως βάθρο του δημοκρατικού συνταγματισμού. Σε αυτό το άρθρο, ορίζεται ότι η συντακτική εξουσία απορρέει από την κυριαρχία η οποία ανευρίσκεται στο έθνος. Έτσι, συντίθενται οι δύο παραδόσεις, με τον δημοκρατικό συνταγματισμό να αποτελεί υπερκείμενη έννοια και αξία. Διακρίνονται όμως και στην κορύφωση αυτής της παράδοσης, το ΕΑΜ. Είναι δηλωτικό της συνέχειας το άρθρο 2 του πρώτου ψηφίσματος της ΠΕΕΑ, στο οποίο αναγράφεται ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τον λαό». Το ΕΑΜ ήταν η σύγχρονη διατράνωση της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πατριωτικού φρονήματος, που συνδύαζε την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση. Συνέχεια ανάγνωσης

O θάνατος της Σούλαμιτ Φάιαρστοουν

Standard

Ο φεμινισμός δεν είναι απλώς διεκδίκηση κοινωνικής ισότητας, είναι η σημαντικότερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία

 

της Έλενας Πατρικίου

Ο θάνατός της την περασμένη εβδομάδα ήρθε να επιβεβαιώσει την ήττα της και να επισφραγίσει τη συνολική συλλογική ήττα του ριζοσπαστικού Δεύτερου Κύματος του φεμινισμού. Η Σούλαμιτ Φάιαρστοουν πέθανε μόνη στα 67 της στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά της, όπως μόνη έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής της, όταν αποχώρησε από το φεμινιστικό κίνημα για να αρχίσει μια οδυνηρή πορεία σημαδεμένη από τη σχιζοφρένεια και την ζωγραφική. Αλλά τα πέντε χρόνια που έζησε στο κέντρο της τρικυμίας μέσα από την οποία αναδύθηκε επώδυνα ο ριζοσπαστικός φεμινισμός ήταν αυτά που, ακόμα κι αν δεν κατάφεραν να νοηματοδοτήσουν για πάντα τη δική της ζωή, σίγουρα άλλαξαν ες αεί τη δική μας.

Η ιστορία άρχισε στα τέλη του 1964, στους κόλπους της Νέας Αριστεράς και του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικάνων, όταν η Μαίρη Κινγκ και η Κάσυ Χαίυντεν κυκλοφόρησαν ένα αδιανόητα τολμηρό κείμενο με τον απίστευτα δειλό τίτλο Ένα είδος υπομνήματος για τη θέση των γυναικών μέσα στο κίνημα: «Οι άντρες του κινήματος δεν μπορούν καν να συζητήσουν το γυναικείο πρόβλημα εξαιτίας της δεδομένης πεποίθησής τους στην αντρική ανωτερότητα». Η αντίδραση στο Υπόμνημα συνοψίζεται στο βάναυσο αστειάκι του Στόκελυ Καρμάικελ (μετέπειτα ηγετικής μορφής των Μαύρων Πανθήρων): «Η θέση των γυναικών στο κίνημα είναι μπρούμυτα». Αλλά το   συνέχισε να κυκλοφορεί μέσα στο κίνημα ως υγρόν πυρ που η ανάφλεξή του, δύο χρόνια αργότερα, σηματοδότησε τη μαζική αποχώρηση των γυναικών από την αμερικάνικη Νέα Αριστερά και τη γέννηση του μεταπολεμικού φεμινισμού. Η στιγμή της έκρηξης, στη συνδιάσκεψη του SDS την Πρωτομαγιά του 1967, ήταν και η στιγμή της εμφάνισης της Σούλαμιτ Φάιαρστόουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την ιδιωτικοποίηση του νερού: ροές και σχήματα

Standard

του Νικήτα Μυλόπουλου και του Στέλιου Γκιάλη

Το νερό τρέχει προς τα πάνω, προς το χρήμα

(Ανώνυμο ρητό της αμερικανικής Δύσης)

Γιούρι Κάκισεφ, «Δίψα», 1998

Από τα πρώτα, και βασικότερα για τη φιλοσοφία τους, μέτρα των ελληνικών μνημονίων ήταν η ιδιωτικοποίηση των εταιρειών αστικού νερού. Για την ακρίβεια, η επίσπευση της ιδιωτικοποίησής τους, αφού αυτή είχε ήδη αρχίσει πολύ πριν από την εκδήλωση της πρόσφατης κρίσης. Η οποία λειτούργησε και σε αυτήν την περίπτωση ως καταλύτης, προκειμένου να επιταχυνθεί και να ολοκληρωθεί και στη χώρα μας μία διαδικασία που αναδείχθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες σε  κεντρική στρατηγική της κεφαλαιακής συσσώρευσης στις χώρες της Δύσης, και όχι μόνο. Εκεί όπου με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, οι φυσικοί πόροι έχουν ιδιωτικοποιηθεί.

Ο εμβληματικός χαρακτήρας του νερού όμως επέβαλε στο παρελθόν, και επιβάλλει και σήμερα, μία ιδιαίτερη προσέγγιση από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Το νερό είναι μήτρα πολιτισμού και συνδέεται άμεσα με την ίδια τη ζωή και τη διατήρησή της στον πλανήτη. Το νερό ρέει, εντάσσοντας ό,τι συναντά σε μία πολύπλοκη πολιτική οικονομία και οικολογία, σε όλες τις δυνατές κλίμακες: από την κλίμακα του σώματος έως και την κλίμακα του πλανήτη. Μιλώντας επομένως για την ιδιωτικοποίηση του νερού, μιλάμε στην ουσία για την ιδιωτικοποίηση της οικολογικής βάσηςτης ζωής μας,της ζωής της ίδιας τελικά (Swyngedouw, 2003). Αυτή ακριβώς η ιδιομορφία του «εμπορεύματος» νερό,  σε συνδυασμό με το σχετικά πρόσφατο γεγονός της σπανιότητάς του (λειψυδρία-κρίση του νερού), τεχνητής ή όχι, μπορούν να εξηγήσουν και μοναδικά φαινόμενα που συνδέονται με την κοστολόγηση του νερού στην ελεύθερη αγορά. Στο πόσιμο αστικό νερό για παράδειγμα, οι καταναλωτές είναι πρόθυμοι να πληρώσουν έως και 2.000 φορές περισσότερο, προκειμένου να το προμηθευτούν εμφιαλωμένο, σε (υποτίθεται) καλύτερη ποιότητα από αυτήν του τρεχούμενου νερού της βρύσης τους (η σύγκριση της τιμής των εμφιαλωμένων νερών και της αντίστοιχης του νερού βρύσης, δίνει όντως τέτοιες τεράστιες διαφορές). Από όπου και τα τεράστια περιθώρια κερδοφορίας που διαμορφώθηκαν με το άνοιγμα της σχετικής αγοράς. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε ήδη 10 χρόνια πριν, ότι η δυνητική αγορά του νερού ξεπερνά το 1 τρις. δολάρια. Συνέχεια ανάγνωσης

Για το ιδεολογικό υπόβαθρο των αντιδράσεων στη συνάντηση Πέρες-Τσίπρα

Standard

Με αφορμή  το άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη

  

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Πώς συζητάμε ιδέες, γνώμες, θεωρίες; Ας πούμε, όσα λέχθηκαν και γράφτηκαν για τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Πρόεδρο του κράτους του Ισραήλ; Είναι θεμιτό, ας πούμε, να φτιάξουμε μια αλυσίδα επιχειρημάτων για την ιστορική προέλευση της αντιπαλότητας της Αριστεράς στην Ελλάδα με το Ισραήλ και τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις και, απορρίπτοντας την θεωρούμενη ιστορική πηγή αυτής της αντιπαλότητας, να καταγγείλουμε την ίδια την αντιπαλότητα; Έχω τη γνώμη ότι δεν είναι. Και ότι χρειάζεται η οποιαδήποτε κριτική να ασχολείται με το ίδιο το αντίπαλο επιχείρημα και την εσωτερική λογική του και να το καταρρίψει, προτού εξετάσει από πού αυτό προέρχεται.

Αναφέρομαι βέβαια στο άρθρο του αγαπητού Νικόλα Σεβαστάκη, στα προηγούμενα «Ενθέματα», για το ιδεολογικό υπόβαθρο των αντιδράσεων μετά τη συνάντηση Τσίπρα-Πέρες. Για το γεγονός το ίδιο δεν έχω να πω πολλά ούτε το σπουδαιολογώ. Όντως η κριτική της πολιτικής του κράτους του Ισραήλ δεν είναι επαρκής λόγος για να μην συναντηθεί ένας αριστερός πολιτικός με τον πρόεδρό του — αλλά και η επιθυμία της ελληνικής Προεδρίας της Δημοκρατίας δεν είναι επαρκής λόγος για να τον συναντήσει. Η Προεδρία ασκεί πολιτική υπακούοντας στην κυβέρνηση. Έτσι προσκαλεί ή δεν προσκαλεί προέδρους άλλων κρατών, και δεν υπάρχει εθιμοτυπία που να υπαγορεύει στην αντιπολίτευση την πολιτική της στάση. Συνέχεια ανάγνωσης

Το παρελθόν σε βραχυκύκλωμα

Standard

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ «ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΔΙΑΚΟ» ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ  ΚΙΤΣΟΠΟΘΥΛΟΥ

 του Δημήτρη Παπανικολάου

Την εβδομάδα που μας πέρασε όσοι θέλουν τον εθνικό μας πολιτισμό «πραγματικά εθνικό», βρήκαν νέο αγαπημένο θέμα/θύμα: το Φεστιβάλ Αθηνών, και κυρίως την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου Αθανάσιος Διάκος. Δυο μήνες σχεδόν μετά. Οι κατ’ επάγγελμα εθναμύντορες έχουν συχνά αντανακλαστικά Ραν Ταν Πλαν. Σαν τον περίφημο σκύλο του Λούκυ Λουκ, τους πατάς τον κάλο στο πρώτο καρέ και ουρλιάζουν τρεις σελίδες μετά.

Η αντίδραση κορυφώθηκε με ερωτήσεις στη Βουλή, δηλώσεις δεξιών και ακροδεξιών βουλευτών και πρωτοσέλιδο μεγάλης κυριακάτικης εφημερίδας που φώναζε «Έβγαλαν τον Διάκο σουβλατζή, κερατά – συζυγοκτόνο» καταλήγοντας: «Κάποιος να τους μαζέψει». Αλλά δεν έχει νόημα να μιλήσω εδώ για το πόσο ο εθναμυντορικός λόγος είναι τεμπέλικος, ημιμαθής (σχεδόν οι πάντες μιλούσαν χωρίς να έχουν δει την παράσταση), μπανάλ (αιωνίως οι ίδιες λυρικές κορώνες, μπλαμπλαμπλα της πατρίδας τα ιερά, μπλαμπλαμπλα των παιδιών μας τα όσια), και όχι ιδιαίτερα εύστροφος. Ούτε θέλω να επιμείνω στο θέμα της σχέσης πολιτικής και πολιτισμού. Κι ας είναι προφανής η καιροσκοπική διάσταση της επίθεσης, που σχετίζεται  και με την πίεση για απομάκρυνση του «εθνικώς μη ορθού» Γιώργου Λούκου από το Φεστιβάλ. Συνέχεια ανάγνωσης