Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Δουβλίνου ΙΙΙ έχει ανοίξει

Standard

Η πρόσφατη απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης συνιστά αποδοχή της πραγματικότητας

συνέντευξη του Βασίλη Τσιάνου

4-tsianosΠριν λίγες μέρες, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αναστέλλει προσωρινά την εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο, ο οποίος προβλέπει ότι οι αιτούντες άσυλο πρέπει να ζητούν άσυλο από τη χώρα εισόδου, ενώ, σε περίπτωση που βρεθούν σε άλλο κράτος-μέλος, επιστρέφονται στην πρώτη χώρα. Η απόφαση όχι μόνο έχει άμεσα πρακτικά αποτελέσματα για τους Σύρους που βρίσκονται στη Γερμανία (και μπορούν πλέον να υποβάλλουν εκεί αίτηση ασύλου), αλλά και ανοίγει το ζήτημα της προσφυγικής και μεταναστευτικής πολιτικής της Ε.Ε. Μιλήσαμε με τον Βασίλη Τσιάνο, καθηγητή κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Κιέλου (με ερευνητικό αντικείμενο τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελέγχου της μετανάστευσης και τη βιομετρικοποίηση των συνόρων) και εκπρόσωπο Τύπου του γερμανικού Συμβουλίου Μετανάστευσης.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Πρόσφυγες στον σιδηροδρομικό σταθμό της Γευγελής. Φωτογραφία: Ντίμιταρ Ντίλκοφ / ΑFP

Πρόσφυγες στον σιδηροδρομικό σταθμό της Γευγελής. Φωτογραφία: Ντίμιταρ Ντίλκοφ / ΑFP

Toν Απρίλιο, το Συμβούλιο Μετανάστευσης της Γερμανίας είχε κάνει μια σημαντική τοποθέτηση για το Δουβλίνο ΙΙΙ, η οποία μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της πρόσφατης απόφασης της γερμανικής κυβέρνησης. Ας ξεκινήσουμε από το τι είναι το Συμβούλιο Μετανάστευσης.

Είναι ένα επιστημονικό σχήμα, το πιο σημαντικό συμβουλευτικό όργανο της γερμανικής κυβέρνησης. Αποτελείται από εκατό επιστήμονες και επιστημόνισσες, που ασχολούνται με ζητήματα μετανάστευσης και ευρωπαϊκών πολιτικών ελέγχου συνόρων. Αποτελεί τον μοχλό ο οποίος παρήγαγε ουσιαστικά, πριν από δέκα χρόνια, τον πρώτο μεταναστευτικό νόμο της Γερμανίας, επί κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων. Λειτουργεί συμβουλευτικά και καταθέτει προτάσεις στο ομοσπονδιακό Γραφείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ασύλου στις κυβερνήσεις των ομόσπονδων κρατιδίων, αλλά και στην κυβέρνηση.

Τι έλεγε το κείμενο αυτό του Συμβουλίου Μετανάστευσης και γιατί ήταν σημαντικό;

Ήταν ένα κείμενο που εγκαινίαζε μια συζήτηση, ασκούσε πίεση στη γερμανική κυβέρνηση να αναστοχαστεί τη στάση της όσον αφορά το Δουβλίνο ΙΙΙ. Ήταν η πρώτη φορά που το Συμβούλιο, το οποίο έχει επιστημονικό-συμβουλευτικό χαρακτήρα, πήρε ξεκάθαρα πολιτική θέση, σχετικά με την αναγκαιότητα να αναστοχαστούμε το όλο σύστημα Δουβλίνο. Ήταν η πρώτη φορά που επιτρέψαμε στους εαυτούς μας να κάνουμε μια πολιτική παρέμβαση όσον αφορά το μέλλον της μεταναστευτικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη. Και ήταν σημαντικό και ως απήχηση, καθώς για πρώτη φορά ακούστηκε αυτός ο προβληματισμός ευρέως στον γερμανόφωνο κόσμο, ανοίγοντας μια μεγάλη συζήτηση.

Και το αποκορύφωμα –προσωρινό αποκορύφωμα– αυτής της συζήτησης είναι η πρόσφατη απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης για προσωρινή αναστολή των μηχανισμών του Δουβλίνου 3, που έχουν σχέση με τις επιστροφές προσφύγων από τη Γερμανία σε άλλα κράτη-μέλη. Εκτιμώ ότι η αναστολή αυτή θα ισχύσει μέχρι τα Χριστούγεννα, αλλά σε κάθε περίπτωση μέχρι τον Οκτώβριο· τότε περίπου, κάθε χρόνο, ανακόπτονται οι μεγάλες ροές του καλοκαιριού.

Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή, και μέχρι το 2016 (και νομίζω ότι αυτό θα συνεχιστεί), απαλλαγμένη από τις επιπτώσεις επιστροφής προσφύγων από τη Γερμανία ή άλλες χώρες. Κι αυτό όχι λόγω κάποιας συμφωνίας, αλλά επειδή έχει τιμωρηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, λόγω των εξαιρετικά κακών συνθηκών που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες. Υπήρξαν, το 2011, τρεις εμβληματικές καταδίκες για περιπτώσεις κατάφωρης παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ρατσιστικού χαρακτήρα. Ήταν τόσο σοβαρές, και θεωρήθηκαν ενδεικτικές της γενικότερης κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες στη χώρα, ώστε οδήγησαν να αρθεί ουσιαστικά ο ισότιμος χαρακτήρας της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου και τη Σένγκεν.

Πώς αξιολογείς την πρόσφατη αυτή απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης;

Πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις της (που αφορούν, λ.χ., την Ιταλία ή τη Μάλτα) ουσιαστικά συνιστά μια αποδοχή της πραγματικότητας: ότι αυτό το καλοκαίρι είχαμε, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μια τεράστια κρίση των ευρωπαϊκών συνόρων, ανθρωπιστική κρίση και ταυτόχρονα μια τεράστια κρίση του γενικότερου συστήματος αντιμετώπισης μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών στην Ευρώπη, με άμεσα πολιτικές αιτίες: την άνοιξη σε σχέση με την κατάσταση στη Λιβύη, και όλο το διάστημα σε σχέση με την κατάσταση στη Συρία.

Είναι, λοιπόν, μια αποδοχή της πραγματικότητας, ένα είδος μορατόριουμ μεταξύ συντηρητικών και μεταρρυθμιστικών ευρωπαϊκών πολιτικών για τη μετανάστευση και το άσυλο: τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε εξαιρετικά αυξημένες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, οι οποίες, σύμφωνα με τα τωρινά δεδομένα, θα συνεχίσουν τα επόμενα 3-4 χρόνια. Ακόμα κι αν «κλείσει» η Ερυθραία, η Σομαλία και το Σουδάν, αν σταθεροποιηθεί η ιρακινή και αφγανική προσφυγιά, ωστόσο η Συρία (όπως και το Πακιστάν) θα παραμένει ανοιχτή, ενδεχομένως και με αυξητικές τάσεις λόγω των νικών του ISIS, κάτι που θα ενισχυθεί από ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση στον Λίβανο και την Ιορδανία – χωρίς να ξεχνάμε και την Αίγυπτο.

Ας βάλουμε στην εικόνα, όταν μιλάμε για τη Γερμανία, και τα Βαλκάνια. Το ένα τρίτο των αιτήσεων ασύλου στη Γερμανία προέρχεται από Βαλκάνιους: Κοσοβάρους, Αλβανούς, Μαυροβούνιους, Σέρβους.

Το γερμανικό Γραφείο Μετανάστευσης και Ασύλου κάνει την εκτίμηση για 800.000 αιτήσεις ασύλου όλο το 2015. Θεωρώ υπερβολικό το νούμερο, αλλά μας δίνει μια εικόνα — και με βάση αυτό τον αριθμό διεξάγεται η συζήτηση.

Η Μέρκελ το είχε προαναγγείλει. Αν θυμάστε, είχε πει, τον Ιούλιο, ότι τώρα που τελειώσαμε με την Ελλάδα πρέπει να ασχοληθούμε με το μεταναστευτικό και το άσυλο στην Ευρώπη — ήταν στην ατζέντα της.

Εκτιμάς ότι θα προχωρήσουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε ανάλογες αποφάσεις;

Ό,τι κάνει η Γερμανία σε επίπεδο μεταναστευτικής πολιτικής, συνιστά αμέσως ένα ευρωπαϊκό ζήτημα. Τώρα, λ.χ., αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης αυτής της γερμανικής κυβέρνησης, το Γραφείο Μετανάστευσης και Ασύλου της Σουηδίας ήρθε σε επαφή με το αντίστοιχο Γραφείο της Γερμανίας για να αξιολογήσουν ποιο ποσοστό από τους παραπάνω 800.000 θα φτάσει στη Σουηδία. Είναι αυτές οι περίεργες ισορροπίες του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού συστήματος: μόλις μετακινείται κάτι στη Γερμανία, υπάρχει αντίκτυπος και στην Ολλανδία και την Αυστρία και τη Σουηδία.

Πρέπει να εκλάβουμε τη δήλωση Μέρκελ σαν τα εγκαίνια μιας συζήτησης, μια πρόσκληση να ξανασκεφτούμε το Δουβλίνο, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Εδώ υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Αρνητική, λ.χ., είναι η Ελβετία και το Βέλγιο. Αυτή τη στιγμή ακολουθούν μια πολιτική «non entry», μη εισόδου. Μια αυστηρή πολιτική μη υποδοχής προσφύγων και μεταναστών. Μια πολιτική που βασίζεται στις πιο δεξιές λογικές ελέγχου της μετανάστευσης, τύπου Σαμαρά: όσο πιο δύσκολη, όσο πιο ανυπόφορη κάνουμε την πρόσβαση σε θεσμούς παροχής ασύλου και ικανοποίησης βασικών ανθρώπινων αναγκών αυτό το μήνυμα θα μεταδοθεί πολλαπλασιαστικά στις μεταναστευτικές κοινότητες.

Το μήνυμα, στον βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο, δεν φτάνει βέβαια, όπως στη φαντασία των δεξιών πολιτικών για τη μετανάστευση, στις μεταναστευτικές κοινότητες στο Αφγανιστάν· φτάνει στα σύνορα του ευρωπαϊκού κράτους και οι ροές μετακινούνται ενδοευρωπαϊκά: ο κόσμος που δεν φτάνει στο Βέλγιο και την Ελβετία πηγαίνει στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, ακόμα και Σουηδία. Με λίγα λόγια, οι πολιτικές αποτροπής, που τα συντηρητικά think tank θεωρούν ότι απευθύνονται στις μεταναστευτικές κοινότητες, στις χώρες προέλευσης, λειτουργούν ουσιαστικά ενδοευρωπαϊκά: κατευθύνουν τη μετανάστευση από το ένα κράτος-μέλος στο άλλο.

Στον αντίποδα τέτοιων λογικών, λοιπόν, ποια μπορεί να είναι μια αριστερή πρόταση για το μεταναστευτικό;

Αμφιβάλλω αν υπάρχει αριστερή μεταναστευτική πολιτική. Είμαι όμως σίγουρος ότι μπορεί να υπάρχει μια ρεαλιστική, ανθρώπινη και δημοκρατική πρόταση. Η μεταναστευτική πολιτική οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και τους δύο μεγάλους δρώντες της μεταναστευτικής κατάστασης: και τους μετανάστες και τους κατοίκους της χώρας υποδοχής. Μια μεταναστευτική πολιτική που δεν θέλει να έχει κατασταλτικό, αποτρεπτικό χαρακτήρα, μια δημοκρατική, θα έλεγα, πολιτική για το άσυλο και τη μετανάστευση, οφείλει να κάνει δύο πράγματα. Αφενός, να θέτει στο επίκεντρο τα ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα, τα πραγματικά συμφέροντα των μεταναστών και των προσφύγων (και όχι μόνο σε επίπεδο ελεγκτικό, αλλά και συνεργατικό, να εντάσσει τα ενδιαφέροντα και τις πολιτικές των μεταναστευτικών δικτύων, κοινοτήτων και οικογενειών στη συζήτηση και τον προγραμματισμό για το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου και μετανάστευσης). Και, από την άλλη, βέβαια, να συνυπολογίζει τι σημαίνει αυτό για την κοινωνία υποδοχής, και τις δημογραφικές διαστάσεις και τα ζητήματα της αγοράς εργασίας. Μια τέτοια πολιτική οφείλει να εντείνει τον δημοκρατικό χαρακτήρα, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια, τόσο της συζήτησης όσο και των διαδικασιών που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της μετανάστευσης.

Ειδικότερα, πρώτον θεωρώ σημαντικό να αναβαθμιστεί, θεσμικά, ο πολιτικός χαρακτήρας και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο έχει δώσει καλά δείγματα γραφής, σε σχέση με την Κομισιόν και τη Σύνοδο των Ευρωπαίων υπουργών μετανάστευσης.

Δεύτερον, είναι κρίσιμη η ενίσχυση του ρόλου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (UNHCR). Kατ’ εμέ, η Ύπατη Αρμοστεία (και όχι ο ΙΟΜ  [Ιnternational Organisation for Migration] ή όλα αυτά τα παρακλάδια των international migration business) είναι ο βασικός θεσμός που, από τη φύση του και εκ των πραγμάτων, δεν έχει μια non entry λογική. Και η Ύπατη Αρμοστεία πρέπει να ενισχυθεί και όσον αφορά τις πολιτικές μετεγκατάστασης των προσφύγων (από τα στρατόπεδα λ.χ. της Τουρκίας, της Ιορδανίας, του Λιβάνου) αλλά και να συντείνει να αποτραπεί η λογική να μεταφερθούν τα κέντρα πρώτης υποδοχής και καταγραφής εκτός ευρωπαϊκής επικράτειας (λ.χ. στη Λιβύη ή και τη Ζάμπια). Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα είναι η αρχή του τέλους του ανθρωπιστικού καθεστώτος παροχής ασύλου. Θα σήμαινε την υπόνομευση της Συνθήκης της Γενεύης για το άσυλο, που είναι η θεσμική και αξιακή μήτρα του παγκόσμιου συστήματος ασύλου. Τέτοιες προτάσεις ακούγονταν έντονα πριν κάποιους μήνες, αλλά θεωρώ ότι ουσιαστικά έχουν τελειώσει σήμερα, με την απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης για αναστολή του Δουβλίνου ΙΙΙ.

Και το τρίτο είναι η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για τη μετανάστευση. Σήμερα έχουμε έναν αποτρεπτικό οργανισμό για τον έλεγχο της μετανάστευσης και των ευρωπαϊκών συνόρων (Frontex), έναν οργανισμό για την ψηφιοποίηση των δεδομένων (eu-Lisa), αλλά δεν υπάρχει ένας αντίστοιχος κεντρικός ευρωπαϊκός θεσμός για τη μετανάστευση και το άσυλο. Ένας θεσμός ο οποίος δεν θα συντονίζει απλώς, αλλά θα έχει προγραμματικό χαρακτήρα, θα παίρνει αποφάσεις, και θα λειτουργεί σε συνθήκες κρίσης άμεσα, θα δίνει λύσεις — όχι όπως αυτή τη στιγμή που η Ελλάδα δεν μπορεί να πάρει ακόμα 30 εκατομμύρια, που θα έπρεπε να έχουμε πάρει ήδη από τον Μάιο για τα πολύ στοιχειώδη, όπως νερό και τρόφιμα για τους πρόσφυγες που έρχονται. Και ένας τέτοιος οργανισμός, ελεγχόμενος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα επεξεργαζόταν και απαντήσεις στην κατεύθυνση της ελεύθερης μετακίνησης εντός της Ευρώπης των προσφύγων – κάτι που δεν επιτρέπεται σήμερα λόγω Δουβλίνου και ελέγχεται ηλεκτρονικά μέσω Eurodac. Θα μεριμνά δηλαδή για την εφαρμογή όσων προβλέπονται στο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υφίσταται.

Όλα τα παραπάνω βασίζονται στην ιδέα ότι πρέπει να διατηρήσουμε τη –σχετική– ηγεμονία που έχουμε έναντι των ακροδεξιών όσον αφορά τις ευρωπαϊκές πολιτικές μετανάστευσης και ασύλου, που επικεντρώνεται στην περιφρούρηση της Συνθήκης της Γενεύης, την οποία υπονομεύουν διαρκώς τα δεξιά think tanks, νεοδεξιές και οι νεοφασιστικές προσεγγίσεις. Πρέπει να διατηρηθεί η ηγεμονία της ανθρωπιστικής αντίληψης, που έχουμε στο θέμα του ασύλου και να οδηγεί σε λύσεις.

Οι άνθρωποι που έρχονται στην Ευρώπη, το τελευταίο διάστημα είναι, ολοένα και περισσότερο πρόσφυγες. Πόσο σαφής όμως είναι η διάκριση μεταξύ προσφύγων και μεταναστών;

Υπάρχει ένας βασικός κανόνας, που νομίζω ότι πρέπει να τηρούμε, πέραν της political correct συζήτησης για «λαθρομετανάστες», «παράτυπους μετανάστες», «ανθρώπους χωρίς χαρτιά». Ο βασικός κανόνας είναι ότι από τη θεσμική και αξιακή λογική της ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και της Συνθήκης της Γενεύης κάθε άτομο που έρχεται με επαφή με τα ευρωπαϊκά σύνορα είναι πρόσφυγας, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Επομένως, χρήζει της απόλυτης συμπαράστασης, υποδοχής για την αξιολόγηση του χαρακτήρα της μετανάστευσής του. Θέλω να το τονίσω: Ακόμα και η οπτική επαφή στη θάλασσα, με μια διασωστική λέμβο, σου κατοχυρώνει δικαίωμα, ακόμα και απαίτηση διάσωσης. Αυτό, στον βαθμό που υπονομεύεται από τις λιμενικές αρχές, συνιστά μεγάλο νομικό και ηθικό ζήτημα. Με αυτή την έννοια, ο διαχωρισμός μεταξύ μετανάστη και πρόσφυγα είναι άνευ αντικειμένου σε πρώτο επίπεδο· έρχεται σε ένα επόμενο στάδιο.

Ως γνωστόν, όμως, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες – μια αγαπημένη φράση του Μαρξ. Περίπου το 50% των ανθρώπων που έρχονται από τα Βαλκάνια στη Γερμανία (φέτος είχαμε 120.000 αιτήσεις ασύλου), ιδίως από το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία, είναι μέλη των Σίντι και Ρομά κοινοτήτων. Και ενώ τυπικά δεν δικαιούνται άσυλο από την άλλη, στην πλειοψηφία τους, έχουν άμεσο πρόβλημα εθνοτικών και ρατσιστικών διακρίσεων στον τόπο καταγωγής τους.

Οι διακρίσεις, επομένως, δεν είναι ξεκάθαρες.

Το μεταναστευτικό φαινόμενο, από τότε που το εξετάζουμε, εδώ και 100-120 χρόνια, πάντα απαρτίζεται από μικτές ροές, η σύνθεση των οποίων μάλιστα μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της μετακίνησης. Για παράδειγμα, υπάρχουν μετανάστριες, εργάτριες, που έρχονται από την Ερυθραία, οι οποίες ζούσαν και δούλευαν σε διαφορετικά μεταναστευτικά συστήματα από το ευρωπαϊκό, π.χ. της Σαουδικής Αραβίας. Κατά την προσπάθειά τους να κάνουν οικογενειακή επανένωση, λ.χ. να φέρουν το παιδί τους από την Ερυθραία στη Σαουδική Αραβία, μετατρέπονται σε παράνομες μετανάστριες στον Λίβανο όπου περιμένουν την παραλαβή του παιδιού τους, και στη συνέχεια αναγκάζονται να κάνουν αίτηση ασύλου σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα: από τη στιγμή που γίνεσαι παράνομη στον Λίβανο χάνεις και την άδεια παραμονής σου στη Σαουδική Αραβία ή την Υεμένη, οπότε υποχρεωτικά αυτομετατρέπεσαι σε πρόσφυγα.

Ένα άλλο παράδειγμα. Πολλές γυναίκες, Ερυθραίες ή Σομαλές, που έχουν αποφασίσει να ζήσουν στην Αίγυπτο ή την Κωνσταντινούπολη γίνονται θύματα σεξουαλικής βίας – και έτσι αλλάζει και ο χαρακτήρας των μεταναστευτικών τους επιλογών: σκέψου τι σημαίνει θύμα σεξουαλικής βίας στην Αίγυπτο ή την Τουρκία… Και πλέον αποφασίζουν να έρθουν στην Ευρώπη και να ζητήσουν άσυλο. Και ας μην ξεχνάμε θύματα σεξουαλικής βίας που σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία, άλλο μεγάλο θέμα…

Έχουμε λοιπόν μικτές ροές, μεταναστευτικές και προσφυγικές. Σε σχέση με αυτό με ρώτησες λίγο παραπάνω, τελευταία δύο-τρία χρόνια έχουμε δυο αλλαγές. Πρώτον, μια αύξηση των προσφύγων, σε σχέση με τους μετανάστες που σχετίζεται με τις γεωπολιτικές καταστάσεις: το 50% της προσφυγικής μετανάστευσης προς την Ευρώπη έρχεται από τη Συρία. Δεύτερον, ενώ παλιότερα είχαμε μια υπερποσόστωση των ανδρών, τώρα έχουμε και μια υπερποσόστωση των γυναικών και μια μεγάλη αύξηση όσον αφορά τη μετανάστευση ολόκληρων οικογενειών. Το κέντρο βάρους έχει μετακινηθεί στο προσφυγικό, τα τελευταία τρία χρόνια, και αυτό θα συνεχιστεί και τα επόμενα.

Σε μια συνέντευξή σου, στην «Εποχή», τον Απρίλιο, μιλούσες για τη μιλιταριστική αντιμετώπιση των προσφύγων και μεταναστών ως πολιτική της Ε.Ε. Πού βρισκόμαστε σήμερα;

Τον Απρίλιο, στον χώρο όσων ασχολούνται με θέματα προσφύγων και μεταναστών, υπήρξε ένα σοκ με τις προτάσεις Αβραμόπουλου. Αντιληφθήκαμε ότι το μεγάλο παιχνίδι, τότε, όσον αφορά αυτή τη μιλιταριστική λογική, το έκανε η Ιταλία — κάτι, νομίζω, που δεν είχε αντιληφθεί επαρκώς η ελληνική κυβέρνηση.

Τον Απρίλιο λοιπόν, στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ατζέντα μετανάστευσης, η οποία ούτως ή άλλως δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική, το καινούργιο ερχόταν από τον βαθύ πυρήνα του κράτους του Σένγκεν (και τα στρατιωτικο-αστυνομικά think tank του), το οποίο έθετε το ζήτημα της στρατιωτικής αντιμετώπισης των μεταναστευτικών ζητημάτων. Αυτή η τάση, και ως τεχνογνωσία, έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, το είχαμε δει και με την πρώτη μεγάλη παρουσία της Frontex στον Έβρο το 2011. Επίσης, τη βλέπουμε στην αντικατάσταση της Mare Nostrum από τον Τρίτωνα: η πρώτη επιχείρηση είχε διασωστικό χαρακτήρα, η δεύτερη έχει χαρακτήρα απωθητικό-γεωπολιτικό, καθώς και συλλογής πληροφοριών.

Τον Απρίλιο λοιπόν η τάση αυτή εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο, σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Βασιζόταν στην πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ιταλίας και ανέδειξε ένα νέο στοιχείο: ότι κάτω από τις συνθήκες που βρισκόμαστε σήμερα, εθνικά γεωπολιτικά συμφέροντα, λ.χ. της Ιταλίας (ειδικά όσον αφορά τον ρόλο της στη Λιβύη και τη σχέση της με το ΝΑΤΟ), εν ονόματι ευρωπαϊκών πολιτικών ελέγχου συνόρων και ασύλου αποκτούν διάσταση και ισχύ που δεν περιμέναμε. Από ό,τι ξέρω και η Κομισιόν είχε εκπλαγεί, και στη σύνοδο υπουργών υπήρξαν αντιθέσεις.

Αυτή η μιλιταριστική αντιμετώπιση, έτσι όπως κατατέθηκε, δεν προχώρησε. Δεν είναι το consensus σήμερα – και αυτό είναι πολύ σημαντικό, αν και δεν πρέπει να εφησυχάζουμε.

Τελειώνοντας, θα ζητήσω μια τοποθέτησή σου για το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα στην Ελλάδα.

Δεν είμαι ειδικός στο ζήτημα, γι’ αυτό θα περιοριστώ σε τρία σημεία. Πρώτον, η Τασία Χριστοδουλοπούλου έδειξε τι σημαίνει μια δημοκρατικά ελεγχόμενη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική μετανάστευσης, στον αντίποδα των λογικών της προηγούμενης κυβέρνηση. Μια πολιτική που λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και την οπτική τόσο των κοινωνιών υποδοχής όσο και των προσφύγων-μεταναστών· το δεύτερο αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρο για μια μεταναστευτική πολιτική και πολιτική ασύλου.

Δεύτερον, έχουν γίνει σημαντικά βήματα όσον αφορά την αλλαγή κουλτούρας. Όχι τόσο στην κοινωνία –αυτό συμβαίνει, όποτε συμβαίνει, με πολύ αργούς ρυθμούς–, αλλά στις θεσμικές λογικές της Αστυνομίας, του Λιμενικού, του Υπουργείου Εσωτερικών. Φυσικά πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα, σε επίπεδο δομών, ωστόσο μαθαίνω, από τους μετανάστες που φτάνουν στη Γερμανία, ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο αντιμετώπισής τους από τους Έλληνες λιμενικούς και συνοριοφύλακες. Η Pro-Asyl, ένα από τα πιο σημαντικά δίκτυα στη Γερμανία, που ασχολείται ιδιαίτερα με τις βίαιες επαναπροωθήσεις, αναγνωρίζει την αλλαγή που έχει γίνει. Φυσικά, παραμένουν πολλά ζητήματα: λ.χ. όπως φαίνεται, μια συμμορία που απαγάγει μετανάστες μεταξύ Σάμου και Τουρκίας.

Τρίτον, σημαντικά είναι αυτά που δεν έκανε η κυβέρνηση: Δεν έκανε επιχειρήσεις σκούπα (αν και το ζητάει, όσο ξέρω, ο δήμαρχος της Κω), δεν έκανε Ξένιο Δία, όλα αυτά και απάνθρωπα και αναποτελεσματικά, της κυβέρνησης Σαμαρά. Και πιστεύω ότι η πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά σχετίζεται κυρίως με την ενδοεπικοινωνία με την Ακροδεξιά, και λιγότερο με πραγματικές και εφαρμόσιμες πολιτικές ελέγχου της μετανάστευσης.

Υπάρχει, να πω εδώ, μια πρόταση της Κομισιόν να δημιουργηθούν κέντρα καταγραφής στον Πειραιά και τη Σικελία, για την επιτάχυνση των διαδικασιών. Δεν νομίζω ότι η μετάθεση του κέντρου βάρους από τα νησιά στον Πειραιά θα λύσει το πρόβλημα· χρειαζόμαστε πολυκεντρικές υποδομές και διαφάνεια. Χρειαζόμαστε πραγματικές υποδομές υποδοχής στα ελληνικά νησιά και να αξιοποιηθούν οι ήδη υπάρχουσες, καθώς και οι μη κρατικές πρωτοβουλίες (λ.χ. το χωριό του Όλοι Μαζί).

Τέλος, ένα σημείο κριτικής, επιμέρους αλλά σημαντικό. Έχουμε πρόσφυγες ή μετανάστες, που νομικά θεωρούνται και διώκονται ως τράφικερ. Είναι πολύ γνωστή η περίπτωση του παιδιού στο Φαρμακονήσι. Είναι άνθρωποι οι οποίοι αποδέχονται, επειδή δεν έχουν λεφτά, να οδηγήσουν, λ.χ. μια βάρκα, πληρώνοντας τα μισά λεφτά. Αλλά αυτό δεν τους κάνει τράφικερ! Μια τέτοια δίωξη ουσιαστικά ποινικοποιεί τη μετανάστευση. Είναι ένα θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s