Αυτά δεν ήταν κανονικά πράγματα. Αλλά μας έτυχαν…

Standard

 συνέντευξη της θεατρικής ομάδας Sforaris στην  Ιωάννα Μεϊτάνη

8aΜε αφορμή την παράσταση της Ομάδας Sofraris «Γιοι και κόρες», που παίζεται στο bios έως τις 20 Γενάρη, συζητήσαμε με τους συντελεστές της παράστασης (σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός, ηθοποιοί: Άννα Ελεφάντη, Μαρία Κοσκινά, Αλεξία Μπεζίκη, Κωνσταντίνος Ντέλλας και Γιώργος Παπαπαύλου) για τη μνήμη, την ιστορία, την ευκολία και τη δυσκολία των μεγάλων ανθρώπων να μιλάνε για τα παλιά.

Πείτε μας εισαγωγικά δυο λόγια για την παράσταση, πώς στήθηκε, από ποια ιδέα άρχισε.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Η παράσταση βασίζεται σε συνεντεύξεις που πήραμε από ηλικιωμένους ανθρώπους σε όλη την Ελλάδα, που τους ζητήσαμε να μας διηγηθούν μια ιστορία απ’ τη ζωή τους — σημαντική ή ασήμαντη, που άφησε ή δεν άφησε σημάδια. Η ιδέα γεννήθηκε τη μέρα που ξενυχτούσαμε τον παππού μου, όπου κατάλαβα ότι ξέρω πολύ λίγα πράγματα για τη ζωή του. Νόμιζα ότι είχα μια εικόνα του, αλλά αποδείχτηκε ότι είχα την εικόνα από τότε που τον θυμόμουν· από κει και πριν δεν ήξερα τίποτε, οπότε όλες οι ιστορίες που έμαθα για τη ζωή του μού φαίνονταν πάρα πολύ περίεργες: τι έκανε όταν γνώρισε τη γιαγιά μου, πώς έφυγε απ’ το σπίτι του… Από εκεί άρχισε η ιδέα: Πώς μέσα από τη γνωριμία με το παρελθόν κουνιέται λίγο η εικόνα που έχεις για έναν άνθρωπο.

Μαζέψαμε πολλές συνεντεύξεις. Για την παράσταση διαλέξαμε τις ιστορίες που διαδραματίζονταν παράλληλα με ένα ιστορικό γεγονός, ώστε να δημιουργηθεί και ένας χρονικός άξονας. Οι ιστορίες είναι όλες αληθινές, αλλά συχνά πάνω στον βασικό κορμό συνυφαίνονται αφηγήσεις και άλλων ανθρώπων.

8bΈχει πολύ ενδιαφέρον η χαρακτηριστική παύση που γίνεται στην παράσταση όταν λέτε: «Έχετε καμιά ιστορία απ’ τον Εμφύλιο;». Τελικά όμως αποσπάσατε δύο ιστορίες…

 ΓΙΩΡΓΟΣ: Είχαν όλοι μεγάλη δυσκολία να μιλήσουν γι’ αυτήν την περίοδο. Οι ιστορίες απ’ τον Εμφύλιο που ακούγονται στην παράσταση είναι ιστορίες δικών μας ανθρώπων: η μία του παππού μου, η άλλη της γιαγιάς της Μαρίας.

ΑΝΝΑ: Ίσως επειδή ήταν δικοί μας άνθρωποι κατάφεραν να μας εμπιστευτούν τις ιστορίες τους.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Αντίθετα, υπήρχε μεγαλύτερη ευκολία να μιλήσουν για την Κατοχή. Ενώ είναι μια φανερά τραυματική περίοδος, παρ’ όλα αυτά μάλλον η κοινή ελπίδα της απελευθέρωσης τούς σημάδεψε.

ΑΝΝΑ: Και τους ένωσε ο κοινός εχθρός. Στην Κατοχή εξάλλου οι αφηγήσεις συμπίπτουν με την επίσημη ιστορία, ενώ για τον Εμφύλιο ακούς διαφορετικές εκδοχές. Αναγκάζεσαι να πάρεις και θέση πολιτικά, κι εκεί το πράγμα γίνεται πιο περίπλοκο.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Καταλαβαίνεις το τραύμα του Εμφυλίου, γιατί ύστερα από 4 χρόνια ομοψυχίας απέναντι στον κοινό εχθρό, δεν πέρασαν 50 μέρες και εχθρός έγινε ο αδερφός σου, ο γείτονάς σου. Προφανώς και δεν το έχουμε διαχειριστεί. Στην επίσημη ιστορία δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα, οι περισσότεροι νομίζαμε ότι αγριότητες έγιναν μόνο από τη μια μεριά. Ό,τι μάθαμε αργότερα για τις θηριωδίες, τις σφαγές, τα μάθαμε ο καθένας από τα προσωπικά του διαβάσματα, τυχαία σχεδόν. Ή και από την προφορική ιστορία, που καλύπτει πολλά κενά.

 Ήταν προφανώς συνειδητή η επιλογή να δείξετε μια ιστορία από κάθε πλευρά.

ΑΝΝΑ: Ναι, βέβαια, δεν θέλαμε να πάρουμε θέση. Αυτές οι δύο ιστορίες έχουν ενδιαφέρον γιατί μέσα από την αφήγηση των ιστοριών ο φακός εστιάζει, αφήνοντας έξω από το κάδρο τη μεγάλη κλίμακα, το γεγονός αυτό καθεαυτό του Εμφυλίου, και δείχνει τις προσωπικές ιστορίες δύο ανθρώπων: βλέπουμε πώς διαχειρίζονται δυο άνθρωποι από αντίπαλα «στρατόπεδα» ένα απόλυτο συναίσθημα, το συναίσθημα της άδικης απώλειας.

 Ψυχολογικά, πώς στέκονταν οι αφηγητές προς τις ιστορίες τους;

ΓΙΩΡΓΟΣ: Κάποιοι ήταν αποστασιοποιημένοι, κάποιοι μπαινόβγαιναν. Ας πούμε, η γιαγιά μου μιλούσε για ώρα και κάποια στιγμή, εκεί που συνειδητοποίησε ότι δεν έβγαλε το σχολείο εξαιτίας του πολέμου, έσπασε. Αλλά όταν είπε για την αδερφή της που πέθανε μικρή, δεν έκλαψε. Αυτό ήταν μια μελέτη και για εμάς, τους ηθοποιούς.

ΑΝΝΑ: Για να μπορέσεις να θυμηθείς πρέπει να πάρεις μια απόσταση. Δεν είναι κανόνας αυτός, αλλά εμείς το διαπιστώσαμε με τις συνεντεύξεις. Πρέπει να βγεις ένα βήμα παραέξω.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Έχουν πάντως μια ροπή οι άνθρωποι να θυμούνται τα θλιβερά. Υπάρχει κι άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο, ένας «σαδισμός» του αφηγητή. Είναι σαν να θέλουν να σε βλέπουν να μένεις έκπληκτος όταν διηγούνται μια ιστορία στην οποία αυτοί, οι πρωταγωνιστές, έχουν λιώσει από τα βάσανα.

ΑΝΝΑ: Ρωγμές συγκίνησης υπήρχαν πάντα. Δεν ήταν μεγάλες, δεν είδαμε κανέναν αφηγητή να καταρρέει κατά τη διήγηση. Μπορεί να έκανε μια μεγάλη παύση, να τρεμόπαιζε το βλέφαρό του.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Κι όμως, δυο γιαγιάδες στη Θεσσαλονίκη κατέρρευσαν, η μία που διηγιόταν πώς έχασε και τα δύο της παιδιά, κι άλλη που έλεγε πώς πέθανε η αδερφή της από φυματίωση.

 Από τις συνεντεύξεις που πήρατε από τους δικούς σας, βγήκαν πράγματα που δεν τα ξέρατε ως τώρα;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όταν έπαιρνα συνέντευξη από τον θείο μου έμαθα για πρώτη φορά ότι ο πατέρας μου είχε κάνει τα χαρτιά του για να πάει μετανάστης στον Καναδά, μαζί με τον αδερφό του. Δεν τους πήρανε, κι ο αδερφός του πήγε αργότερα στην Αυστραλία. Συνειδητοποίησα τότε ότι για ένα «τσακ» θα μπορούσε η δική μου ζωή να ήταν τελείως διαφορετική, να έχω γεννηθεί στον Καναδά! Σοκαρίστηκα. Φαντάσου πόσα δεν ακούμε και τα μαθαίνουμε παρεμπιπτόντως.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Κάποια πράγματα δεν τα ρωτάμε ποτέ. Εγώ προσφάτως έμαθα πώς γνωρίστηκαν οι γονείς μου, τι έκαναν τις πρώτες μέρες και νύχτες του γάμου τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κι άμα δεις, λόγου χάρη, γράμματα παλιά, καταλαβαίνεις ότι άνθρωποι που τους ξέρεις ως θείους στο χωριό, που τους βλέπεις κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, έχουν πίσω τους μια ζωή πραγματική, διαφορετική, ότι όταν ήταν είκοσι χρονών είχαν γράψει ερωτικά γράμματα!

 Ρωτήσατε τους δικούς σας γιατί δεν σας έχουν πει τα πράγματα που δεν σας έχουν πει;

ΓΙΑΝΝΗΣ: Για να μιλήσω προσωπικά, νομίζω ότι δεν τους έχω δώσει το χρόνο. Όποτε βρέθηκε η συνθήκη και καθίσαμε, μίλησαν. Εγώ είμαι αυτός που δεν έχω φροντίσει να εξασφαλίσω τη συνθήκη. Εκείνο το βράδυ του θανάτου του παππού μου, ήταν λες και άνοιξαν όλοι και διηγούνταν ασταμάτητα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Με μια ερώτηση δεν γίνεται να αποσπάσεις ολόκληρη ιστορία μιας ζωής. Ό,τι έχω μάθει εγώ για την οικογένειά μου είναι σε κηδείες! Ξεκλειδώνουν τότε οι άνθρωποι και παρουσιάζεται η ανάγκη αυτοπροσδιορισμού μέσα από την αναπόληση γεγονότων και στιγμών.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Επίσης, στις οικογενειακές σχέσεις παίζουμε όλοι ένα ρόλο, έχουμε μια περσόνα. Εγώ για τον μπαμπά μου είμαι ο γιος του, δεν είμαι ούτε ο συνομήλικός του ούτε ο αδερφός του, να μου πει πώς γκομένιαζε. Δεν κουνιόμαστε εύκολα απ’ αυτούς τους ρόλους.

 Έχετε δει διαφορετικές αντιδράσεις από διαφορετικές ηλικιακές ομάδες του κοινού;

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Βέβαια. Στους μεγαλύτερους ανθρώπους βλέπεις συγκαταβατικά νεύματα, χαμόγελα που φανερώνουν την κατανόηση του κοινού βιώματος.

ΑΝΝΑ: Οι νεότεροι συντονίζονται καλύτερα με το χιούμορ της παράστασης, γελάνε. Από τους μεγαλύτερους μπορεί να ακούσεις ένα απλό «αχ» που κρύβει μέσα του τον κοινό πόνο, να πιάσεις ένα βλέμμα που λέει «το πέρασα κι εγώ».

ΓΙΑΝΝΗΣ: Κατά την επεξεργασία των συνεντεύξεων τσέκαρα όλες τις ημερομηνίες που αναφέρονταν. Εντυπωσιάστηκα γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα λάθος: θυμούνταν με ακρίβεια μέρες και ημερομηνίες, 60-70 χρόνια πριν.

 Όλο αυτό το σκάλισμα στην ιστορία πώς άλλαξε τη δική σας ματιά;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Καταρχήν στο θέατρο ήταν η πρώτη φορά που είχαμε τους ήρωες ζωντανούς. Δεν ήταν λέξεις στο χαρτί και πρόσωπα που γέννησε η φαντασία ενός συγγραφέα. Ως τώρα δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι οι ήρωες των έργων που υποδυόμουν ήταν κανονικοί άνθρωποι. Ενώ όταν στήναμε αυτή την παράσταση μας απασχόλησε πολύ πώς θα χειριστούμε τη ζωή αυτών των πραγματικών ανθρώπων. Σκεφτόμασταν ότι μπορεί να έρχονταν να μας δουν και ότι είχαμε μεγάλη ευθύνη απέναντί τους.

ΜΑΡΙΑ: Αυτό έγινε κιόλας, ήρθε μια μέρα η γυναίκα της οποίας την ιστορία ενσαρκώνω εγώ και μετά μας είπε «Σας ευχαριστώ πολύ, τώρα κατάλαβα τι λάθη έχω κάνει στη ζωή μου». Κι εμένα μού είπε «Εσύ είσαι εγώ». Ήταν συγκλονιστικό.

ΑΝΝΑ: Ως ηθοποιός πρέπει να βρεις κοινά σημεία για να συνδεθείς με τον αφηγητή και να μπεις στη θέση του, να γίνεις αυτός. Κι έτσι φτάνεις σε έναν συναισθηματικό πυρήνα, αφήνοντας στην άκρη το ιστορικό πλαίσιο. Θέλει εμπλοκή κι απόσταση μαζί για να αποδώσεις πειστικά τις αφηγήσεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ: Όταν μαθαίνεις την ιστορία ενός ανθρώπου αρχίζεις να τον σέβεσαι, σπας τους δεδομένους ρόλους και αποκτάς μεγαλύτερη επιείκεια. Καταλαβαίνεις ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι γονείς μας, οι συγγενείς μας, έκαναν τελικά ό,τι μπορούσαν. Εμένα μού έφυγε ένας θυμός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s