Οικονομικά «θαύματα» και θύματα της χούντας

Standard

Συνέντευξη του Διονύση Ελευθεράτου 

με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του «Λαμόγια στο χακί» 

Το βιβλίο ξεκινάει με το πρόσφατο (Νοέμβριος του 2014 ήταν) απόφθεγμα του Στέλιου Ράμφου, «όταν έφυγε η χούντα, άφησε μηδέν δημόσιο χρέος». Βλέπουμε ότι οι μύθοι για τα «καλά» της χούντας δεν περιορίζονται στον κλασικό χώρο των «νοσταλγών» της… 

3a-eleftheratosΟύτε περιορίζονται εκεί, ούτε δείχνει περιορισμένη η ερευνητική ρηχότητα, αν όχι και η καθαρή αδιαφορία, για τον εντοπισμό της αλήθειας. Αδιαφορία που αναπαράγει «χρυσαυγίτικες» αρλούμπες του Διαδικτύου και ατάκες από ομιλίες του Μιχαλολιάκου το 2012 ή από τηλεοπτικές «διαλέξεις» του Α. Γεωργιάδη, νωρίτερα. Δεν θα σας κουράσω παραθέτοντας εδώ επίσημα στατιστικά στοιχεία για ελλείμματα, χρέη και ισοζύγια στη χουντική επταετία, ούτε θα πω τι δείχνουν οι επιβεβλημένες συγκρίσεις με το «πριν» και με το «αμέσως μετά». Επισημαίνω απλώς τι έλεγε ο Μακαρέζος, ο επί 6,5 έτη «γκουρού» της χουντικής οικονομικής πολιτικής, στον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, τον Απρίλιο του 1974: Ότι η χώρα θα χρειαζόταν πριν από τον Σεπτέμβριο του ’74 τουλάχιστον 1,8 δισ. δολάρια σε δάνεια, για να αποφύγει «την κήρυξιν χρεοστασίου». Ναι, χρεοστασίου… Το ποσό που ανέφερε ο Μακαρέζος ως μίνιμουμ δανειακή ανάγκη ήταν 4,5 φορές μεγαλύτερο από το σύνολο των τοποθετήσεων ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα, σε ολόκληρη την επταετία 1967-1974. Τόσο «νοικοκυρεμένη οικονομία» παρέδωσαν οι συνταγματάρχες! 

Τον Απρίλιο του ’74; Δηλαδή πριν από το πραξικόπημα στην Κύπρο, τον «Αττίλα», την εμπόλεμη κατάσταση; 

Ακριβώς. Αλλά και προτού καταφθάσει στην Ελλάδα το κυρίως «ωστικό κύμα» της μεγάλης, διεθνούς κρίσης του 1973-74. Με αυτό το «κυρίως κύμα» κλήθηκε να αναμετρηθεί η μεταπολιτευτική Ελλάδα, όχι η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». 

Αποδεικνύεται, λοιπόν, φτηνή δικαιολογία ο ισχυρισμός πως την οικονομία της «εθνοσωτηρίου» τη χαντάκωσε κυρίως η διεθνής κρίση, και όχι οι εγγενείς αδυναμίες της. 

Θα έλεγα «πάλι καλά», εάν διαπίστωνα ότι γνωρίζουν για τον στασιμοπληθωρισμό στον οποίο κατέληξε η οικονομία της χούντας έστω και οι μισοί από όσους την υμνούν, είτε με ανορθόγραφες «αγιογραφίες» στο Ίντερνετ είτε με διαλέξεις τύπου Ράμφου. Μια οικονομία που πνίγηκε στην ύφεση του 1974 και «απαγχονίστηκε» από στον υψηλότερο, μακράν του δεύτερου, τιμάριθμο ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ από το τέλος του 1973. Τον τιμάριθμο τότε τον γιγάντωσε –κι αυτό είναι σημαντικότατο– κυρίως ή ακρίβεια στα είδη διατροφής. Κι όλα αυτά, ενώ συρρικνωνόταν δραματικά η δραστηριότητα και σε τομείς-καυχήματα της χούντας, όπως η οικοδομή. Θα επερχόταν τέτοια καθίζηση, με τα πρώτα «σκάγια» της διεθνούς κρίσης, εάν δεν στηριζόταν σε πήλινα πόδια το χουντικό οικονομικό οικοδόμημα; Μια προσεκτική εξέταση της ίδιας της χρονικής σειράς και της αλληλουχίας γεγονότων δείχνει πως τα σύννεφα στην παγκόσμια οικονομία ναι μεν επιδείνωσαν τις προϋπάρχουσες αδυναμίες της χουντικής, αλλά δεν έφεραν αυτά το τελικό «Βατερλό» της. Γιατί δεν είχαν τόσο ολέθρια αποτελέσματα, αλλού; Και γιατί η χουντική ηγεσία αποφάσισε, στα μισά του 1973, να αναθέσει τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος στον Μαρκεζίνη, δηλαδή έναν πολιτικό με μηδαμινή λαϊκή απήχηση, αλλά με εμπειρία στα οικονομικά; Διότι, απλούστατα, είχε ήδη αποτύχει στον οικονομικό τομέα. 

Συναντάμε, βέβαια, και τον άλλο ισχυρισμό: ότι επί Παπαδόπουλου η χώρα έζησε μεγάλες αναπτυξιακές δόξες… 

Μα η Ελλάδα κατέγραφε πολύ νωρίτερα υψηλότατους δείκτες ανάπτυξης, χωρίς φυσικά η συγκεκριμένη «ευημερία των αριθμών» να επιφέρει ανάλογη ευημερία των ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων μετανάστευαν για να ζήσουν. Κανένα αναπτυξιακό θαύμα δεν συντελέστηκε επί δικτατορίας, εκτός εάν εντάξουμε σε αυτό τον όρο την επιτάχυνση της κερδοφορίας των «υψηλών διαζωμάτων» της επιχειρηματικής πυραμίδας, τη διόγκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, τη επαύξηση της απόστασης ανάμεσα στους «κερδισμένους» και τους «χαμένους» του οικονομικού παιχνιδιού, τους όρους του οποίου ρύθμιζαν οι «εθνοσωτήρες» με αλάνθαστο ταξικό κριτήριο. «Τζάκια» απογειώνονταν, «καίγονταν» όμως άλλοι και άλλα… Από το ’69 η άνοδος των μισθών επιβραδύνθηκε, υστερώντας κατά πολύ έναντι της αύξησης της παραγωγικότητας. Ιδιαίτερα μειώθηκε, σχεδόν εξανεμίστηκε, η πραγματική άνοδος, δηλαδή αυτή που προκύπτει όταν υπολογίζεται ο πληθωρισμός, των κατώτατων μισθών-ημερομισθίων. Ο ίδιος ο ΣΕΒ, που διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με το καθεστώς, τόνιζε ότι αυτός ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο επί μία «εθνοσωτήρια» τριετία σημειώθηκε η μεγαλύτερη καθαρή μετανάστευση που γνώρισε ποτέ η χώρα. Υπήρχε φυσικά και η παράμετρος της πολιτικής δυσφορίας, αλλά γι’ αυτήν ο ΣΕΒ δεν θα έγραφε… 

Εσύ πάντως έγραψες και για κάποια άγνωστα «κατορθώματα» της χούντας. Για ορισμένα νομοθετήματά της στα εργασιακά, π.χ. που έδειχναν προσχέδια ρυθμίσεων, οι οποίες επιβλήθηκαν δεκαετίες αργότερα, στην Ελλάδα των Μνημονίων. Πώς σχολιάζεις αυτά τα θεσμικά déjà vu; 

Προφανώς αναφέρεσαι στο άρθρο του ΝΔ 186/1969, για τον καθορισμό του βασικού μισθού. Ναι, αν δεν ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα, το αντίστοιχο άρθρο του 4172/2013 θα έμοιαζε copy paste! Ίσως εννοείς και εκείνο τον «μακροχρόνιο» στόχο του Πενταετούς Σχεδίου 1968-72, για μείωση των αποζημιώσεων στους απολυμένους. Ο μονεταρισμός, βλέπεις, είναι παντός καιρού. Δεν νοιάζεται πολύ για προσχήματα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εποχών. Αυτό απέδειξαν και οι «πρωτονεοφιλελεύθεροι» της χούντας, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του καθηγητή Ηλία Νικολόπουλου. Άγνωστα, όμως, έμειναν κι άλλα εργασιακά χουντικά «κατορθώματα». Μπορεί μην καταγράφηκαν σε ΦΕΚ, τα μαρτυρούν όμως ξεχασμένες στατιστικές. Επί χούντας τετραπλασιάστηκαν τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα ναυτικά. Κι αυτό καταδεικνύει πολλά… 

Τα «κρέατα του Μπαλόπουλου» είναι μάλλον το γνωστότερο σκάνδαλο της περιόδου, διότι εκδικάστηκε — επί Ιωαννίδη. Ποια είναι, επιγραμματικά, τα πιο σημαντικά; 

Σκίτσο του Soloup, από το εξώφυλλο του βιβλίου

Σκίτσο του Soloup, από το εξώφυλλο του βιβλίου

Από πού να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε; Αναφέρω ενδεικτικά τα 406 εκατομμύρια που εξαφανίστηκαν από το Ταμείο του «Τάματος του Έθνους». Επίσης, το ιλιγγιώδες ποσό των «θαλασσοδανείων», που πιστοποίησαν δυο απόρρητες εκθέσεις της χουντικής ΚΥΠ προς τον Παπαδόπουλο. Προσοχή: Αυτά τα χρήματα ήταν ένα μόνο τμήμα, μπορεί ελάχιστο, του συνολικού ποσού που χαρίστηκε υπό μορφή «δανεικών κι αγύριστων» σε φίλους επιχειρηματίες, σε στελέχη της χούντας, σε συγγενείς και συνεργάτες τους — «χαρτί και καλαμάρι» τα έγραφε ο αρχηγός της ΚΥΠ, ο Ρουφογάλης. Κι αυτό το… τεκμηριωμένο τμήμα, όμως, αντιστοιχούσε σε 3,2 δισεκατομμύρια, δηλαδή στο 1% ολόκληρου του ΑΕΠ του 1972! Είχαμε βεβαίως αναρίθμητες λοβιτούρες, σκανδαλώδεις συμβάσεις και υπερβάσεις σε έργα, αλλά και περιπτώσεις απύθμενης ξετσιπωσιάς. Τι να πρωτοθαυμάσεις; Ο αδελφός ενός υπουργού από έμπορος τσιγάρων αναβαθμιζόταν σε… πλοιοκτήτη. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος «φέσωνε» συστηματικά τη ΔΕΗ κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην έπαυλη του Ωνάση. Ο ένας αδελφός του, βολεμένος πολυθεσίτης πλέον, επί τρία συναπτά έτη δήλωνε στα «πόθεν έσχες» του ότι κέρδιζε του κόσμου τα λεφτά σε… λαχεία. Σήμερα αυτό το λέμε «ξέπλυμα»! 

Στο βιβλίο αποκαλύπτεις πολλά για τις σκανδαλώδεις συμβάσεις του χουντικού καθεστώτος με ξένες εταιρείες: Litton, Μακντόλαντ, Nestle, Steyer κλπ. Ποιο είναι το γενικό συμπέρασμα; 

Ότι οι «εθνοσωτήρες», μολονότι έδιναν τα πάντα, έφεραν τελικά λιγότερο χρήμα απ’ όσο η «προγενεστέρα φαυλοκρατία»! Αλλά κι αυτό το χρήμα σε σημαντικό βαθμό «έφευγε» πάλι — με αρκετούς τρόπους. Οι λόγοι για αυτή καθαυτή την αποτυχία στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων παρουσιάζουν ενδιαφέρον — και διαχρονικό. Μεταξύ άλλων μνημόνευσες και «επενδυτές», όπως η Litton και ο Μακντόναλντ, που εισέπραξαν κρατικό χρήμα χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτε. Ήρθαν, υπέγραψαν, τσέπωσαν, έφυγαν.

Στην έρευνά σου αναλύεις και τη σχέση της χούντας με Έλληνες μεγιστάνες. Τι απέγιναν στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια οι συμβάσεις που είχε συνάψει μαζί τους η δικτατορία; 

Λύθηκαν ή αναθεωρήθηκαν επί το ευνοϊκότερο για το Δημόσιο πολλές συμβάσεις με ξένους και με Έλληνες κεφαλαιούχους. Στη δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνονταν οι συμφωνίες με τη Motor Oil, την Αθηναϊκή Χαρτοποιία, τους ομίλους Ανδρεάδη, Λάτση, κλπ. Θα μου επιτρέψεις όμως να ξεχωρίσω τη συμπεριφορά ενός μεγιστάνα… 

Σε ακούω… 

Να, στη μεταπολίτευση ο Γιάννης Λάτσης απέδειξε ότι δεν ήταν αγνώμων. Έδωσε εργασία σε αρκετούς βασανιστές της χούντας, αλλά και σε άλλους ανθρώπους του καθεστώτος: αστυνομικούς, στρατιωτικούς, υπουργούς. Ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση του διαβόητου βασανιστή Καραπαναγιώτη. Εξέτισε τη ποινή του, που είχε εκπέσει σε δωδεκάμηνη φυλάκιση και κατόπιν, το 1978, πήγε στη Σαουδική Αραβία, στη Τζέντα, όπου και έγινε προσωπάρχης ασφαλείας των εγκαταστάσεων του Λάτση. Κάποιες «αγάπες» κρατούν, ακόμη κι όταν οι συμβάσεις σταματούν… 

Τελειώνοντας, θέλω να συστήσω ενθέρμως το βιβλίο. Οι αναγνώστες θα μάθουν πολλά, θα δουν τι σημαίνει ερευνητική δημοσιογραφία (που τόσο μας λείπει) και θα διασκεδάσουν εξαιρετικά — χάρη και στη απολαυστική γραφή του συγγραφέα. Η συνέχεια, λοιπόν, επί του βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος.

Tη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s