Μπένεντικτ Άντερσον (1936-2015): Ο μεγάλος θεωρητικός του εθνικισμού, ένας στοχαστής χωρίς σύνορα

Standard

Ο Μπένεντικτ Άντερσον μιλάει για τις σπουδές και την πνευματική του διαμόρφωση, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον πατριωτισμό, τη μνήμη, την πολιτισμική στροφή στην Ιστορία

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Ο Benedict Anderson, ο μεγάλος θεωρητικός του εθνικισμού, ο στοχαστής που σφράγισε και άλλαξε την αντίληψή μας για τα έθνη και τον εθνικισμό, πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου, σε ηλικία 79 ετών. Το ελληνικό κοινό τον γνώρισε μέσα από το βασικό του έργο Φαντασιακές κοινότητες, σε μετάφραση Ποθητής Χαντζαρούλα (εκδ. Νεφέλη). Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από μια εκτενή συνέντευξη που είχε δώσει στον Ρώσο ιστορικό Άλεξ Σεμυόνοφ, και είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Ab Imperio το 2003

Τα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια

Πήρα το διδακτορικό μου το 1967, με αντικείμενο αυτό που το Κορνέιγ και το Χάρβαρντ εξακολουθούν να αποκαλούν «Government», αλλά στα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια είναι γνωστό ως πολιτικές επιστήμες. Μέχρι την ολοκλήρωση των βασικών σπουδών μου στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ η εκπαίδευσή μου ήταν ως επί το πλείστον στη λογοτεχνία και την ιστορία. Άρχισα να μαθαίνω λατινικά όταν ήμουν οχτώ χρονών, και αρχαία ελληνικά όταν ήμουν περίπου δώδεκα. Πήρα από το Καίμπριτζ πτυχίο κλασικής φιλολογίας.

Έχω μελετήσει γαλλικά εντατικά στο γυμνάσιο και επισκέφθηκα τη Γαλλία πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου. Ως έφηβος με είχε συναρπάσει η ρωσική λογοτεχνία, που διάβαζα από μεταφράσεις, όσο πήγαινα ακόμα γυμνάσιο Ως εκ τούτου, μελέτησα τη ρωσική γλώσσα και παρακολούθησα (μόνος!) ένα ειδικό καλοκαιρινό σχολείο για τη ρωσική γλώσσα στο οποίο δίδασκαν δύο γοητευτικές «Λευκές» γυναίκες, πρόσφυγες, λίγο πιο βόρεια από Δουβλίνο. Μάλιστα, έχω μεταφράσει στα αγγλικά ένα βαρετό κείμενο του Μπουχάριν, που δεν είχε προηγουμένως μεταφραστεί. Οι Ρώσοι συγγραφείς που πρωτοδιάβασα ήταν ο Λέρμοντοφ και ο Τουργκένιεφ, ακολούθησαν ο Γκοντάροφ και ο Ντοστογιέφσκι, λίγος Πούσκιν, και τελικά Τολστόι, Τσέχωφ και Γκόρκι. Αργότερα υπήρξα λάτρης του Μαγιακόφσκι και το μότο στο βιβλίο μου The Spectre of Comparison προέρχεται από ένα ποίημά του που ξέρω απέξω. Στα χρόνια της νιότης μου, αγαπημένη μου ταινία ήταν η τριλογία του Ντονσκόι που βασίστηκε στην αυτοβιογραφία του Γκόρκι — και πάντα ονειρευόμουν τη μέρα που θα έκανα βαρκάδα στον Βόλγα. Από τη στιγμή που βρέθηκα όμως στην Αμερική, τα ενδιαφέροντά μου μετατοπίστηκαν στη Νοτιοανατολική Ασία και δεν συνέχισα τα ρωσικά μου. Εξακολούθησα πάντως συνέχισα να διαβάζω ρωσική λογοτεχνία από μετάφραση — ιδιαίτερα Μπάμπελ και Λέσκοφ. Πολιτική συνείδηση απέκτησα όταν ήμουν είκοσι χρονών, με τις κρίσεις στο Σουέζ και την Ουγγαρία.

Θα πρέπει να προσθέσω ότι το οικογενειακό μου υπόβαθρο είναι μάλλον περίεργο: το μισό προέρχεται από την ανερχόμενη μεσοαστική τάξη της Βόρειας Αγγλίας (από την πλευρά της μητέρας μου) και το άλλο μισό είναι ιρλανδέζικο. Γεννήθηκα στην Κίνα, όπου ο πατέρας μου εργαζόταν ως τελωνειακός επιθεωρητής για λογαριασμό του κινεζικού κράτους. Αναγκάστηκα να γυρίσω στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της «Μάχης του Ειρηνικού» στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επέστρεψα στην Ιρλανδία το 1945, σε ηλικία εννιά χρονών. Πήγα σχολείο στην Αγγλία στα έντεκα, μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Γι’ αυτό και η παιδική μου ηλικία δεν είναι ταυτισμένη με έναν τόπο, δεν είχε ριζώσει κάπου. Αλλά έχω στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με την Ιρλανδία, και οι Φαντασιακές κοινότητες ήταν ευθέως επιθετικές προς το βρετανικό/αγγλικό κοινό. Θα διαπιστώσετε ότι ενώ όλοι οι βασιλιάδες και βασίλισσες των άλλων ευρωπαϊκών κρατών αναφέρονται στο βιβλίο με τον κανονικό τους τίτλο, μιλάω για τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες της Αγγλίας σαν να ήταν απλοί άνθρωποι, π.χ. Βικτωρία του Σάξεν-Κόμπουργκ και Γκότα, ή Άννα Στιούαρτ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ασχολήθηκα με δύο πεδία νέα για μένα, τις πολιτικές επιστήμες και τις σπουδές της Νοτιανατολικής Ασίας. Τα απόλαυσα και τα δύο πολύ.

Η εποχή της Ινδονησίας και η σφαγή του 1965

Ξεκίνησα να μελετώ ένα κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ινδονησίας για τη διδακτορική διατριβή μου, αλλά στα δυόμισι χρόνια που πέρασα εκεί κάνοντας επιτόπια έρευνα ασχολήθηκα περισσότερο με την μουσική της Ιάβας, την τέχνη και τη χειροτεχνία των αυτοχθόνων. Ήμουν εξαρχής πεπεισμένος ότι για μια επαρκή κατανόηση της πολιτικής ιστορίας της Ινδονησίας απαιτείται μια στέρεη γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού της. Έχει μεγάλη σημασία η χρονική στιγμή που έκανα την έρευνά μου. Έφτασα στην Ινδονησία τον Ιανουάριο του l962, την στιγμή που άρχισε να ξετυλίγεται η τραγωδία του Βιετνάμ και μόλις τέσσερα χρόνια μετά την αποτυχημένη επιχείρηση της CIA να ανατρέψει τον πρόεδρο της Ινδονησίας Σουκάρνο. Οι περισσότεροι από τους νέους επιστήμονες της γενιάς μου ήταν αντιιμπεριαλιστές, τάσσονταν ενάντια στις αμερικάνικες επεμβάσεις και υπέρ των τοπικών εθνικισμών της Ασίας. Στην Ινδονησία γνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου κάποιους κομμουνιστές και συμπάθησα πολλούς από αυτούς. Γνώρισα, επίσης, και συμπαθείς (και αντιπαθείς) μουσουλμάνους, σοσιαλιστές, στρατιωτικούς κ.ο.κ. Ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Γύρισα στην Αμερική τον Αύγουστο του 1964. Όπως και πολλοί άλλοι, ήμουν ενεργός στο αντιπολεμικό κίνημα για τον Πόλεμο στο Βιετνάμ και ολοένα και περισσότερο θεωρούσα τον εαυτό μου ως έναν αναρχίζοντα αριστερό. Την ίδια περίοδο άρχισα να διαβάζω τους βασικούς κλασικούς του μαρξισμού του 19ου και του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα τον Μαρξ και τον Λένιν, σε μεγάλο βαθμό επειδή απολάμβανα το στυλ της γραφής τους.

Το 1965 περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν από τον στρατό του Σουκάρνο και τις πολιτοφυλακές που συνεργάζονταν μαζί του, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν για πολλά χρόνια χωρίς δίκη. Με δύο άλλους νεότερους συναδέλφους (η μία ήταν η Ruth McVey), γράψαμε κρυφά, στα τέλη του Δεκέμβρη του 1965 και τις αρχές Ιανουαρίου 1966, μια λεπτομερή μελέτη του πραξικοπήματος, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή των γεγονότων της 1ης Οκτωβρίου όπως ανακοινώθηκαν επισήμως από τον Σουχάρτο δεν ήταν αληθή. Θέλαμε η έκθεση να παραμείνει μυστική (με την εξαίρεση μερικών έμπιστων συναδέλφων) γιατί φοβόμασταν ότι, εάν γίνει γνωστή, οι άνθρωποι του Σουχάρτο θα τιμωρούσαν τους Ινδονήσιους με τους οποίους ήξεραν ότι είχαμε σχέσεις. Αλλά πολύ σύντομα η έκθεση [γνωστή σήμερα με το όνομα «Cornell Paper»], διέρρευσε και το καθεστώς αντέδρασε με οργή, καταγγέλλοντάς μας ως μέλη της Νέας Αριστεράς συμπαθούντες τους κομμουνιστές. Απελάθηκα τον Απρίλιο του 1972, η είσοδος μου στην Ινδονησία ήταν απαγορευμένη τα επόμενα 27 χρόνια.

Η συγκριτική μελέτη και ο υβριδικός χαρακτήρας του έργου του

Αυτό με ανάγκασε να διαφοροποιήσω την έρευνά μου, έτσι το 1974 άρχισα αν ασχολούμαι με την Ταϊλάνδη και το 1988 με τις Φιλιππίνες. Από τις εμπειρίες των μελετών αυτών, άρχισαν να με ενδιαφέρουν τα ζητήματα της συγκριτικής προσέγγισης. Η Ινδονησία ήταν πρώην αποικία (ολλανδική), δημοκρατική και μουσουλμανική, η Ταϊλάνδη δεν είχε αποικιοποιηθεί, είναι μοναρχική και βουδιστική και οι Φιλιππίνες πρώην αποικία (ισπανο-αμερικανική), δημοκρατική και καθολική. Από την στιγμή που ξεκινάς τη σύγκριση, δεν υπάρχει φυσικό γεωγραφικό όριο. Ως εκ τούτου, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 άρχισα να προσπαθώ να τοποθετήσω την «περιοχή μου» σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο. Γι’ αυτό προσπάθησα να μελετήσω και πολλές άλλες λεκάνες του κόσμου. Μελέτησα επίσης την παράδοση του «δυτικού μαρξισμού», ειδικά τη Σχολή της Φρανκφούρτης.

Ο πιο σημαντικός, για μένα, μελετητής, από όσους ανήκαν στο κυρίαρχο ρεύμα, ήταν ένας νηφάλιος και μάλλον συντηρητικός ιστορικός της Ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας, ο Χιου Σέτον-Γουότσον. Και αυτό επειδή το έργο του έχει την πρωτοτυπία να μελετάει τον «ανατολικό» (στην πραγματικότητα παγκόσμιο) εθνικισμό, ενώ έλαβε στ’ αλήθεια σοβαρά υπόψη του, λεπτομερώς, τη γλώσσα. Απ’ αυτόν πήρα τους όρους «επίσημος εθνικισμός» και «εκρωσισμός». Ο Σέτον-Γουότσον χρησιμοποιούσε τον όρο «εκρωσισμός» σαν ένα συγκεκριμένο όρο που περιγράφει τις πολιτικές των Ρομανόφ στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Εγώ τον χρησιμοποίησα και ως μεταφορά, δείχνοντας ότι η βρετανική αυτοκρατορική πολιτική στην Ινδία και αλλού ήταν σχεδόν παρόμοια — και έκανα τη μεταφορά πολεμική αποκαλώντας τη βρετανική πολιτική «εκρωσισμό». Η πρόθεσή μου ήταν να προκαλέσω.

Νομίζω ότι είμαι περισσότερο υβριδικός, σε σχέση με άλλους μελετητές του εθνικισμού, αφού η «θεωρία» μου στηρίζεται σε μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας και θεωρεί τον εθνικισμό ως αποτέλεσμα των βαθιών οικονομικών, τεχνικών και διανοητικών αλλαγών που επιταχύνθηκαν για αρκετούς αιώνες μετά την Αναγέννηση. Δεν πιστεύω ότι ο Λόγος (discource) υφίσταται αφεαυτού, εκτός κάποιου συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου. Από την άλλη πλευρά, τα λογοτεχνικά μου ενδιαφέροντα, η στενή επαφή μου με κάποιους λαμπρούς ανθρωπολόγους και το πολιτικό μου παρελθόν με έκαναν να ενδιαφέρομαι για την πολυπλοκότητα του πολιτισμού, περισσότερο από τους τον Γκέλνερ, τον Χομπσμπάουμ, τον Σμιθ και τον Μπρουμπέικερ — κανείς τους δεν ήξερε πολλά για την Ασία, και πολύ περισσότερο κάποια ασιατική γλώσσα.

Πατριωτισμός και ρατσισμός

Υπάρχουν σίγουρα σημεία στο κεφάλαιο «Πατριωτισμός και ρατσισμός» των Φαντασιακών κοινοτήτων, για τα οποία σήμερα τα θεωρώ συναισθηματικά και υπερβολικά. Αλλά εξακολουθώ να είμαι πεπεισμένος ότι ο πατριωτισμός και ο ρατσισμός έχουν εντελώς διαφορετική καταγωγή. Ο πατριωτισμός αφορά τον τόπο. Ο ρατσισμός αφορά το δέρμα και τα γονίδια. Ο πατριωτισμός έχει εξωτερικό προσανατολισμό, ο ρατσισμός εσωτερικό. Ο Χίτλερ τα πήγαινε μια χαρά με τον Τότζο Χιντέκι.[1] Ο Φόρστερ[2] συνεργάστηκε μια χαρά με μαύρους ηγέτες εκτός Νοτίου Αφρικής κ.ο.κ Είναι περίφημη η ιστορία, που είχε δημοσιευθεί στις εφημερίδες των ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1960: Ένας μαύρος Αμερικανός, που του είχε απαγορευθεί η είσοδος σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες για ρατσιστικούς λόγους, είχε την ιδέα να ντυθεί ως μαύρος αφρικανός αρχηγός, με φανταχτερές φορεσιές και αστεία αγγλική προφορά. Έτσι, δεν είχε κανένα πρόβλημα να μπει στα πολυτελέστερα ξενοδοχεία κλπ. κλπ. — μέχρι που τον ανακάλυψαν. Εκείνη την εποχή ήμουν εθνικιστής για λογαριασμό πολλών εθνών: της Ιρλανδίας, της Ταϊλάνδης, του Βιετνάμ και της Ινδονησίας. Συναισθηματικά, η Ινδονησία ήταν η πιο σημαντική εκείνη την εποχή: εξαιτίας των χρόνων που είχα ζήσει εκεί, εξαιτίας των σφαγών στις οποίες άνθρωποι που ήξερα δολοφονήθηκαν, λόγω της τεράστιας εθνοτικής ποικιλότητας και της νεωτερικότητάς της (η λέξη Ινδονησία επινοήθηκε στη Γερμανία το 1870 και δεν χρησιμοποιούνταν από τους «Ινδονήσιους» μέχρι το 1920). Αυτός ο εθνικισμός ήταν αντιιμπεριαλιστικός (μέχρι το 1965 τουλάχιστον), μέρος της διεθνούς συμμαχίας των αντιιμπεριαλιστικών εθνικών κρατών από την Αφρική, την Ασία, τη Νότια Αμερική, μέχρι, αλίμονο, τη Γιουγκοσλαβία. Ο εθνικισμός ζητούσε θυσίες από τους ανθρώπους, κάτι που ο ρατσισμός δεν κάνει σχεδόν ποτέ.

Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα να μελετάς τον εθνικισμό εκτός του κυρίαρχου λόγου, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη των εθνών. Πρώτα απ’ όλα, τα έθνη και ο εθνικισμός είναι ιστορικά φαινόμενα. Εμφανίστηκαν σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι θα υπάρχουν για πάντα. Πιστεύω ότι τα έθνη υπάρχουν. Υπάρχουν όμως με έναν τρόπο που είναι πιο κοντά στον τρόπο ύπαρξης της Έμμας Μποβαρύ και του Ιβάν Καραμαζώφ, παρά στον τρόπο του Πύργου του Άιφελ.

Η πολιτισμική στροφή στην Ιστορία

Χωρίς να έχω πραγματικά κάποια τέτοια πρόθεση, και χωρίς να το περιμένω, πολλοί άνθρωποι σήμερα θεωρούν τις Φαντασιακές κοινότητες ως έναρξη της «πολιτισμικής στροφής» στην Ιστορία και πρόδρομο της μεταμοντέρνας σκέψης. Ωστόσο, αυτή η ανάγνωση του βιβλίου είναι παραπλανητική. Ως επί το πλείστον, είναι ένα βιβλίο έντονα ιστορικιστικό και δομιστικό.

Ένα μεγάλο μέρος των μεταγενέστερων μελέτη για τον εθνικισμό έχει επικεντρωθεί στην «ανάλυση Λόγου», κάτι το οποίο εν γένει είναι καλό· ωστόσο, οι περισσότερες από τις μελέτες αυτές δεν είναι συγκριτικές και οι περισσότερες ξεχνάν την «υλική βάση». Αν κοιτάξετε το χρήσιμο περιοδικό του Άντονι Σμιθ Nations and Nationalism, θα βρείτε Εσθονούς, Ουκρανούς, Λιβανέζους και Καταλανούς να χρησιμοποιούν την ανάλυση Λόγου, αλλά γράφοντας αποκλειστικά για την Εσθονία, την Ουκρανία, τον Λίβανο ή την Καταλονία. Αυτό που κάνουν συχνά είναι να αναπαράγουν έναν ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα με σύγχρονο ακαδημαϊκό λεξιλόγιο. Δεν το βρίσκω και τόσο δημιουργικό. Χωρίς το παγκόσμιο εμπόριο, τον πόλεμο, τις τεχνολογικές αλλαγές, τις μεταναστεύσεις, η πραγματική παγκόσμια ιστορία ή ακόμα και η μικροϊστορία του εθνικισμού δεν είναι κατανοητή — και από αυτή την σκοπιά, η πολιτισμική στροφή δεν είναι (ακόμη;) πολύ χρήσιμη.

Ανάμνηση και λησμονιά

Το επιχείρημά μου στο τελευταίο κεφάλαιο των Φαντασιακών κοινοτήτων δεν είναι αρκετά κατανοητό. Την πρώτη φορά, βλακωδώς, δεν κατάλαβα τι εννοούσε πραγματικά ο Ρενάν[3] όταν έλεγε ότι το να θυμόμαστε και να ξεχνάμε είναι ταυτόχρονες διαδικασίες, «δευτερογενείς» και οι δύο. Κάποιος μπορεί να μη θυμάται πράγματα που έχει δει, αλλά «θυμάται» άσχημα πράγματα που συνέβησαν εκατοντάδες χρόνια νωρίτερα (χάρη στο κράτος ή την κοινωνία) και σ’ αυτή τη δευτερογενή ανάμνηση αναγκαστικά εμπλέκεται και η διαγραφή αναμνήσεων άλλων πραγμάτων. Αυτό που είναι έξοχο στη φράση για τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου είναι η πυκνότητά της. Είναι εντελώς γαλλική και δεν μπορείς να καταλάβεις, από τις λέξεις της και μόνο, σε τι αναφέρεται, ποιος σκοτώθηκε ή ποιος σκότωσε. Στην πραγματικότητα, αρκετοί από τους φονιάδες και από τα θύματα δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Γάλλους και δεν μιλούσαν γαλλικά. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση της σφαγής των Αλβιγηνών,[4] η οποία είναι πραγματικά μια ψευδής μνήμη, όπως η σέρβικη «μνήμη» του Κοσσόβου. Επιβιώνει επειδή υπάρχει μια πολιτικο-πολιτιστική βιομηχανία, που το θέλει και πρέπει να επιβιώσει σε μια σύγχρονη μορφή — μια μορφή εμπορευματοποίησης, στην πραγματικότητα. Δεν χωρίστηκε η «Γαλλία» από τους πολέμους μεταξύ καθολικών και προτεσταντών· όλη η Ευρώπη χωρίστηκε. Αν αντιμετωπίζουμε τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου ως «γαλλικό» γεγονός, μιλάμε, απλούστατα, την αλλόκοτη αντιιστορική γλώσσα του εθνικισμού. Θεωρητικά, δεν βλέπω κανένα πρόβλημα· πολιτικά, ωστόσο, υπάρχουν τεράστια πρακτικά και άλλα προβλήματα. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε σήμερα πώς τοποθετείται η Σοβιετική Ένωση στο ρωσικό εθνικιστικό φαντασιακό.

Ο ρωσικός εθνικισμός και η αποικιακή πολιτική της Ρωσίας του 19ο αιώνα

Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1870, και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1890, η ρωσική λογοτεχνία απολαμβάνει ένα εξαιρετικά υψηλό κύρος σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο συνδυασμός Τουργκένιεφ-Τολστόι-Ντοστογιέφσκι-Γκοντσάροφ είναι πολύ πιο εντυπωσιακός από κάθε άλλο συνδυασμό στον χώρο της λογοτεχνίας, ακόμη και στην Αγγλία ή τη Γαλλία. Η Ρωσία έπαιξε κυρίαρχο πολιτικό ρόλο στην Ευρώπη· ας θυμηθούμε τον απεχθή διαμελισμό της Πολωνίας, την καταστροφή του Ναπολέοντα, την αντιδραστική Ιερά Συμμαχία, τη σύνθλιψη του εθνικισμού το 1848 κ.ο.κ. Τα τσαρικά στρατεύματα διέσχιζαν την Ευρώπη καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα. Δεν μπορείς να μην θεωρήσεις «αποικιακή» αυτή την πολιτική. Για να μη μιλήσουμε για τον τσαρικό βιασμό του Καυκάσου και τις τεράστιες κατακτήσεις από τη Σιβηρία έως τν Θάλασσα της Ιαπωνίας.

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι «η Δύση» είναι μια μυθολογική κατασκευή, πολύ πιο πρόσφατης επινόησης. Η Ευρώπη είχε μια εσωτερική πυραμιδωτή διάταξη, με το Παρίσι στην κορυφή (χάρη στον Διαφωτισμό και την Επανάσταση), το Λονδίνο στη συνέχεια, και αρκετά παρακάτω το Βερολίνο, τη Βιέννη, την Αγία Πετρούπολη, την Πράγα, τη Ρώμη και τη Βαρκελώνη. Και, κάτω κάτω, η περιφέρεια στο σκοτάδι: η αγροτική Ιρλανδία, η αγροτική Πορτογαλία και Ισπανία, η αγροτική Νορβηγία, η αγροτική Ολλανδία. Και «η Ρωσία» θα πρέπει, επίσης, να διαχωριστεί, καθώς η Αγία Πετρούπολη, η Μόσχα, και η Οδησσός διαφέρουν πολύ από τις στέπες. Τον 18ο και 19ο αιώνα, η ελίτ του Άμστερνταμ μιλούσε γαλλικά και η ελίτ της Πράγα γερμανικά. Η αριστοκρατία φρόντισε να διαχωρίζει τον εαυτό της ως αριστοκρατία από τον υπόλοιπο πληθυσμό μέσω της γλωσσικής συμπεριφοράς. Ο Γκέλνερ το εξηγεί πολύ καλά αυτό. Τις ιδέες των Ρώσων διανοούμενων για τη «Δύση» δεν τις συμμερίζονταν διόλου η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ζούσαν στην Κεντρική και τη Δυτική Ευρώπη, οι περισσότεροι από τους οποίους μέχρι το 1860 ήταν ακόμη αναλφάβητοι! Εκφράζουν ένα είδος «ανταγωνισμού» και φιλοδοξίας –δείτε τον Ντοστογιέφσκι– ως μέρος της ρωσικής αυτοκρατορικής ιντελιγκέντσιας. Η Ρωσία αποτελούσε μέρος της εν λόγω Δύσης.

Ο Άσσος της Ειρωνείας και η Ντάμα της Ενσυναίσθησης

Οι αυτοκρατορίες, τουλάχιστον με την έννοια που παίρνει ο όρος τον 18ο, τον 19ο και τον 20ό αιώνα, είναι λίγες και σπάνιες, σε σύγκριση με τα έθνη. Καταρχήν, η συγκριτική μελέτη των αυτοκρατοριών εμφανίζεται ευκολότερη, αλλά στην πράξη είναι πολύ πιο δύσκολη, λόγω της μεγάλης διεισδυτικότητας των αυτοκρατοριών παντού, π.χ. στις εθνικές συνειδήσεις. Επιπλέον, μελετάμε τις αυτοκρατορίες όπως και τους δεινόσαυρους, σαν πράγματα του παρελθόντος, σαν πράγματα που δεν υπάρχουν πλέον πουθενά εκτός του εργαστηρίου, ενώ την ίδια στιγμή τα έθνη εξακολουθούν να περιπλανώνται στις στέπες και τα λιβάδια.

Δεν βλέπω πολλές ενδείξεις ότι ο εθνικισμός είναι μια δύναμη που αρχίζει να σβήνει στον πλανήτη, αν και το έθνος-κράτος σε πολλά σημεία είναι πολύ ασθενέστερο από ό, τι ήταν πριν από πενήντα χρόνια.

 Είναι εύκολο να μιλάμε για τον μεταμοντερνισμό σαν ένα καπρίτσιο των διανοούμενων, αλλά προφανώς χρειάζεται προσοχή. Δεν ξέρουμε ακόμα αν σε είκοσι χρόνια θα φαίνεται τόσο ξεπερασμένος όσο ο υπαρξισμός του Σαρτρ ή ο στρουκτουραλισμός του Λέβυ-Στρως. (Ωστόσο, τα πνευματικά καπρίτσια βρίσκουν, εν τέλει, έναν τρόπο, να έχουν απρόσμενους κοινωνικούς επιγόνους απογόνους στην ευρύτερη κοινωνία). Είναι δύσκολο να δούμε πώς κάποιος μπορεί να πάει πολύ παραπέρα με τον Μπωντριγιάρ από όσο πήγε ο ίδιος ο Μπωντριγιάρ , και το ίδιο ισχύει και για τον ισχύει για τον Ντεριντά. Προβλέπω ότι, κατά πάσα πιθανότητα θα υπάρξει μια «στροφή», εν ευθέτω χρόνω, προς τον υλικό κόσμο, για άλλη μια φορά. Αλλά ποιος ξέρει;

Μια τελευταία, αρκετά προσωπική παρατήρηση. Τα πιο σημαντικά χαρτιά που έχει στα χέρια του ένας καλός μελετητής, ο οποίος μελετάει συγκριτικά την αυτοκρατορία και τον εθνικισμό είναι ο Άσσος της Ειρωνείας και η Ντάμα της Ενσυναίσθησης (Empathy). H Ντάμα μας βοηθάει να φανταστούμε τον εαυτό μας στη θέση των άλλων και να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο όπως τον βλέπουν εκείνοι — κι αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο ενάντια στον εγωισμό και τις κυριαρχικότητες κάθε είδους, καθώς και στην εθνική έπαρση. Ο Άσσος, τώρα, είναι η καλύτερη άμυνα ενάντια στον συναισθηματισμό, την καπηλεία των μύθων, τη θριαμβολογία, τη μισαλλοδοξία. Λένε ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που κλαίει. Δεν είμαι σίγουρος αν ισχύει· σίγουρα όμως είναι το μόνο που γελάει. Κι αυτό είναι κάτι που κανένας μελετητής δεν πρέπει να το ξεχνάει ποτέ.

[1]Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας 1941-1944 (Σ.τ.Μ.).

[2] Πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής ( 1966-1978) (Σ.τ.Μ.).

[3] Αναφορά στη διάσημη φράση του Ερνέστ Ρενάν (στη διάλεξή του στη Σορβόννη, στις 11.3.1882, με τίτλο Τι είναι έθνος;): «Όμως, η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης και ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα. Κανένας Γάλλος πολίτης δεν γνωρίζει αν είναι Βουργουνδός, Αλανός, Βησιγότθος — κάθε Γάλλος πολίτης πρέπει να έχει λησμονήσει τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, τις σφαγές στη μεσημβρινή Γαλλία του ΧΙΙΙ αιώνα» (μετ. Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο Πολίτης, τχ. 121, Ιανουάριος-Μάρτιος 1993).

[4] Σταυροφορία που κηρύχτηκε από την Καθολική Εκκλησία ενάντια στις αιρέσεις (Σ.τ.Μ.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s