Το δημοψήφισμα, οι «θεσμοί» και οι αρχές

Standard

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Η εισαγωγή του θεσμού του δημοψηφίσματος υπήρξε μια από τις σημαντικές καινοτομίες του Συντάγματος του 1975. Όπλο στα χέρια αρχικά του Προέδρου της Δημοκρατίας και μετά την αναθεώρηση του 1986 του πρωθυπουργού, στοχεύει στην ενισχυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση των επιλογών της εκτελεστικής εξουσίας. Για τις αρετές και τα ελαττώματα του θεσμού έχουν γραφεί πολλά από τους θεωρητικούς των πολιτειακών θεσμών κυρίως στο εξωτερικό, όπου υπάρχει και η ιστορική εμπειρία της εφαρμογής του. Σήμερα, στην Ελλάδα μπροστά στην πρώτη εφαρμογή του θεσμού στη χώρα μας, οι γνώμες που αντιπαρατίθενται δεν είναι θεωρητικές, αλλά άμεσα πολιτικές. Με πράξεις και απόψεις, το δημοψήφισμα που στη συγκεκριμένη εσωτερική και διεθνή συγκυρία θα έπρεπε να συντελεί στην εμβάθυνση της δημοκρατίας υπονομεύεται και αμφισβητείται.

Θόδωρος Μανωλίδης, «Το κοκτέιλ», 1971

Θόδωρος Μανωλίδης, «Το κοκτέιλ», 1971

Υπονομεύεται, δυστυχώς, από την ίδια την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό που το προκήρυξε, που άφησε για λίγες αλλά πολύ κρίσιμες ώρες να αιωρηθεί, εδώ και στο εξωτερικό, η υποψία ότι η προσφυγή στη δημοκρατική αυτή διαδικασία αποτελούσε ένα διαπραγματευτικό τέχνασμα, όπως όλα τα άλλα, και θα μπορούσε να ανακληθεί, αν συνέτρεχαν κάποιες ευνοϊκές εξελίξεις στη διαπραγμάτευση. Ο καλοπροαίρετος πολίτης, που έχει παρακολουθήσει ως θεατής τη διαπραγμάτευση και έχει δει τη συμπεριφορά της άλλης πλευράς απέναντι στους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτείας, εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί για τη σοβαρότητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο ανώτατο επίπεδο της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο «διχασμός»

Αμφισβητείται από όσους εξαρχής, μέσα και έξω από τη Βουλή, αντιτάχθηκαν στην προκήρυξή του για λόγους πολιτικούς. Από τα επιχειρήματά τους, αυτό που προβληματίζει ιδιαίτερα για τις αντιλήψεις περί δημοκρατίας που επικρατούν σε μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου και της διανόησης στη χώρα μας είναι εκείνο που επιμένει ότι το παρόν δημοψήφισμα διχάζει την κοινωνία. Μα προφανώς κάθε δημοψήφισμα, εξ ορισμού, διχάζει τους πολίτες αφού τους καλεί να ψηφίσουν υπέρ της μίας από δύο επιλογές, είτε πρόκειται για τη νομιμοποίηση του διαζυγίου, τον γάμο των ατόμων ιδίου φύλου, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ είτε τέλος για την ευρωπαϊκή συνταγματική Συνθήκη της Λισσαβώνας — για να παραμείνουμε σε δημοψηφίσματα που προκηρύχθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε όλες αυτές τις χώρες η αντιπαράθεση των δύο απόψεων υπήρξε εξαιρετικά έντονη, αλλά σε όλες η ζωή συνεχίστηκε κανονικά την επομένη της ανακοίνωσης του αποτελέσματος. Εκτός αν το επιχείρημα του διχασμού της κοινωνίας υπονοεί ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανώριμη και εξαιτίας της ανωριμότητάς της δεν πρέπει να απολαμβάνει όλα τα δημοκρατικά δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται αυτονόητα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στο επιχείρημα αυτό θα συμφωνούσε η επικεφαλής του ΔΝΤ ,που χθες μίλησε για «ανωριμότητα». Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να σκεφθούμε σοβαρά τους κινδύνους που απορρέουν από τις βουλευτικές εκλογές σε μια «ανώριμη» κοινωνία, αφού αυτές όχι απλώς διχάζουν την κοινωνία, αλλά την πολυδιασπούν, καθώς για την ψήφο των πολιτών ανταγωνίζονται πολλά κόμματα. Φοβάμαι ότι υπάρχουν αρκετοί που προβληματίζονται πάνω σ’ αυτό πριν από εμάς, για εμάς…

Ταξικές αντιθέσεις στην Ελλάδα της κρίσης 

Σε κάθε περίπτωση η ελληνική κοινωνία, όπως όλες οι κοινωνίες είναι διαιρεμένη σε ταξικά αντιτιθέμενες μερίδες. Η διαίρεση αυτή δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στα γενικά σχήματα των θεωρητικών εγχειριδίων, αλλά η ανάλυσή της δεν είναι της στιγμής. Αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι από την εκδήλωση της κρίσης στη χώρα μας παρατηρούμε εκδηλώσεις κοινωνικών αντιθέσεων σε τόσα πολλά επιμέρους μέτωπα, των οποίων οι γραμμές συχνά τέμνονται, ώστε η γενική μακροσκοπική εικόνα είναι ενός πόλεμου όλων εναντίον όλων. Επιχειρηματίες, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και αυτοαπασχολούμενοι εναντίον δημοσίων υπαλλήλων· μικροί εναντίον μεγάλων επιχειρηματιών σε κάθε κλάδο και όλοι μαζί εναντίον του άλλου κλάδου· οργανικοί διανοούμενοι του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας εναντίον σχεδόν όλων στο όνομα μιας άλλης ιδανικής κοινωνίας που η έλευσή της προϋποθέτει την καταστροφή της υπάρχουσας πλην εαυτών. Πώς αλλιώς, παρά με την όξυνση των ταξικών αντιπαραθέσεων, μπορούμε να ερμηνεύσουμε την πρωτοφανή υπονόμευση της θέσης της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, στην οποία επιδόθηκε η αντιπολίτευση;

Μέχρι πρόσφατα κάθε φορά που υπήρχε τέτοιο μείζον θέμα εξωτερικής πολιτικής, η αντιπολίτευση, ακόμα και διαφωνώντας, στήριζε την ελληνική κυβέρνηση. Στο κάτω κάτω, η κυβέρνηση επιδιώκει την ελάφρυνση του βάρους που σηκώνει η ελληνική κοινωνία. Από την άποψη αυτή, η μεταπολίτευση πράγματι έχει τελειώσει. Πώς αλλιώς, παρά με την όξυνση των κοινωνικών διαιρέσεων, μπορούμε τέλος να ερμηνεύσουμε τις ειδήσεις που διαρρέουν από όλα σχεδόν τα υπουργεία για την υπονόμευση της πολιτικής τους ηγεσίας από πολλά μόνιμα στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας;

Εάν υπήρχε ο χρόνος και η ψυχραιμία, το δημοψήφισμα θα μπορούσε να συμβάλει στο ξεκαθάρισμα του τοπίου, στην ανάδειξη των βαθύτερων τομών. Θα μπορούσε ίσως να είχε εγκαινιάσει μια σοβαρή συζήτηση για τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και τις στρατηγικές επιλογές που έχει αυτή, εάν θέλει να επιβιώσει ως διακριτή κοινωνία στην ιστορική της συνέχεια (σκέφτομαι, εδώ, την ουσιαστική συζήτηση και την αντιπαράθεση στα γαλλικά δημοψηφίσματα για το Μάαστριχτ και το Ευρωσύνταγμα).

Στις σημερινές δεδομένες συνθήκες οι αντίπαλες απόψεις ερείδονται από τη μια μεριά στην άμεση, αλλά μη επεξεργασμένη εμπειρία και από την άλλη στον μύθο και τον φόβο. Οι υποστηρικτές του «Όχι» δείχνουν τη γενική πτώση του βιοτικού επιπέδου, την έκρηξη της ανεργίας και την επέκταση της φτώχειας, την υπονόμευση της δημόσιας υγείας, τη διαρροή εγκεφάλων και την τροχιά της κοινωνίας προς την εξαθλίωση. Είναι φυσικό να αρνούνται να αποδεχθούν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης, αλλά η θετική τους πρόταση συνίσταται, τουλάχιστον για τη μεγάλη πλειοψηφία των υποστηρικτών, στη σταθεροποίηση της κατάστασης στο σημερινό επίπεδο το οποίο υποτίθεται ότι θα αποτελέσει τη βάση για μια νέα ανοδική εκκίνηση, οι φορείς, τα μέσα και η κατεύθυνση της οποίας δεν διευκρινίζονται.

Οι υποστηρικτές του «Ναι» δεν αρνούνται τις αρνητικές εμπειρίες της προηγούμενης εξαετίας. Ορισμένοι τις θεωρούν απαραίτητη όσο και επώδυνη προϋπόθεση για μια μόνιμη εξυγίανση της κατάστασης που θα επέλθει αυτόματα χάρις στη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς, την εισροή ξένων κεφαλαίων που δεν διευκρινίζεται από πού θα προέλθουν, πού ακριβώς θα επενδυθούν και ποιες συνέπειες θα έχουν στην απασχόληση και στις οικονομικές ισορροπίες. Οι περισσότεροι όμως δεν ελπίζουν ούτε αυτό. Έχουν απλώς πεισθεί ότι χειρότερο από το πρόσφατο παρελθόν θα είναι το μέλλον, του οποίου τα χαρακτηριστικά κανένας δεν τους έχει περιγράψει και οι ίδιοι αδυνατούν να το φανταστούν διαφορετικά από σκοτεινό. Τόσο οι ιδεολόγοι της αυτόματης εξυγίανσης της οικονομίας όσο και εκείνοι που απλώς φοβούνται το άγνωστο επενδύουν στον μύθο μιας Ευρώπης που δεν υπήρξε ποτέ και μάλλον δεν πρόκειται να υπάρξει.

Τα επιχειρήματα αυτών των δύο βασικών αντιπαρατιθέμενων απόψεων είναι είτε στατικά είτε ιστορικά ασύστατα. Υπάρχουν όμως και τα λογικά αντιφατικά επιχειρήματα όσων θεωρούν ότι αποτελούν μια ενδιάμεση άποψη. Έτσι, οικονομολόγοι που παρακολούθησαν τη τραγικωμωδία των διαπραγματεύσεων κατά τους προηγούμενους πέντε μήνες μπορούν σοβαρά να ισχυρίζονται ότι κατέληξαν «στο συμπέρασμα ότι με τις εκβιαστικές ενέργειες τους οι δανειστές στοχεύουν στην δημιουργία “ασύμμετρων σχέσεων εξάρτησης” με την χώρα μας» και εντούτοις να προτείνουν τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, γιατί «ακόμα και στις συνθήκες αυτές που ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης, θεωρούμε ότι το βραχυπρόθεσμο και μεσομακροπρόθεσμο συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας δεν συμπίπτει με την επιλογή της διακοπής των διαπραγματεύσεων, γιατί αντικειμενικά περιορίζει τη δυνατότητα κατάθεσης και διαπραγμάτευσης εναλλακτικών και έντιμων λύσεων με τις λιγότερες συνέπειες για τη χώρα μας και το λαό μας». Άλλος πάλι προτείνει τη «συνέχιση της διαβούλευσης εις πείσμα των εκβιαστικών όρων που μας επιβάλλονται».

Η αρνητική στάση της κ. Μέρκελ ελπίζω ότι έσωσε προσωρινά από τη γελοιοποίηση και σοβαρούς ενίοτε ανθρώπους. Στους δανειστές μας όμως θα ενίσχυσε την άποψη, που έχουν εκφράσει επανειλημμένα και η οποία επιβεβαιώθηκε τόσες φορές μετά το 2010, ότι είμαστε «τζάμπα μάγκες». Και όταν ο άλλος δεν παίρνει στα σοβαρά τη σταθερότητα στις απόψεις σου, τότε η διαπραγματευτική σου θέση είναι εκ των προτέρων υπονομευμένη.

Να συζητήσουμε σε πραγματιστική βάση 

Κοινό στοιχείο και στις τρεις αυτές στάσεις είναι η έλλειψη στρατηγικού προβληματισμού για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Εξού και η καταφυγή στους μύθους και τις ψευδαισθήσεις και είναι γνωστό από την ιστορική εμπειρία ότι αντιπαραθέσεις που βασίζονται σε μύθους και ψευδαισθήσεις τείνουν να γίνουν ανεξέλεγκτες και βίαιες.

Μαριάννα Κατσουλίδη, «Το μυστικό γράμμα», 2007

Μαριάννα Κατσουλίδη, «Το μυστικό γράμμα», 2007

Είναι ανάγκη, γι’ αυτό, να επανέλθει η συζήτηση σε μια πραγματιστική βάση. Αυτή δεν μπορεί να είναι η φαντασίωση ότι τα υπόλοιπα των ΕΣΠΑ και τα ποσά του ΣΕΣ που θα το αντικαταστήσει θα αποτελέσουν την πολυπόθητη αναπτυξιακή ένεση. Η απλή αριθμητική, πέρα από τις θεσμικές προϋποθέσεις, πείθει για το αντίθετο. Αντίθετα, μια βάση για να επανέλθει η συζήτηση στο επίπεδο της πραγματικότητας είναι η τελευταία σκληρή πρόταση των «θεσμών». Οι αντιδράσεις εστιάστηκαν στο ύψος του ΦΠΑ για τις διάφορες κατηγορίες εμπορευμάτων και υπηρεσιών και στις επιταγές για το ασφαλιστικό. Το βασικό όμως πρόβλημα δεν είναι αυτό. Δεν συζητήθηκε καθόλου αν οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις είναι εισπράξιμες ή οι καθυστερήσεις τους θα ανοίξουν νέες μαύρες τρύπες. Ως προς αυτό το σημείο οι «θεσμοί» είναι απόλυτα ρεαλιστές, καθώς παίρνουν τα μέτρα τους προβλέποντας τη σύσταση ενός ανεξάρτητου από το κράτος μηχανισμού, μιας εταιρίας, που θα αναλάβει την είσπραξη των φόρων. Σε συνδυασμό με το χαμήλωμα των ορίων προστασίας της περιουσίας και του εισοδήματος των πολιτών από τις κατασχέσεις, οι προβλέψεις αυτές οδηγούν στην απώλεια και στο εσωτερικό της κρατικής κυριαρχίας και την επιδιωκόμενη απογύμνωση των πολιτών από τις ιδιοκτησίες τους. Τα μη ποσοτικοποιούμενα μέτρα των προτάσεων περιέχουν την ουσία των βλέψεων των δανειστών. Και όταν λέω δανειστές, εννοώ εδώ τη Γερμανία. Σε καμία άλλη περίπτωση οι απαιτήσεις των «θεσμών» δεν είναι τόσο σαφείς όσο προκειμένου για τις μετοχές του κράτους στον γερμανικών συμφερόντων πλέον ΟΤΕ και στην ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων. Και η αναφορά στη φορολόγηση των εφοπλιστών έχει νόημα μόνο σε σχέση με την προς το παρόν μάταιη προσπάθεια της γερμανικής οικονομικής πολιτικής να φέρει κάτω από γερμανικό έλεγχο τις μεταφορές του γερμανικού διεθνούς εμπορίου.

Η Α. Μέρκελ και η «προσαρμογή» του Κοινοβουλίου στις απαιτήσεις της αγοράς 

Αμφιβάλλω αν οι στόχοι των «θεσμών» μπορούν να επιτευχθούν μέσα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας. Από την άποψη αυτή η ορολογία που χρησιμοποιούν οι «θεσμοί» μας δίνουν μια γεύση για το πολίτευμα που μας ταιριάζει. Στην επίσημη μετάφραση της πρότασής τους ο συνομιλητής τους που οφείλει να συμμορφωθεί στις εντολές τους δεν είναι η ελληνική «κυβέρνηση», αλλά οι «αρχές». Και οι «αρχές» δεν είναι απαραίτητο να είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένες. Ζούμε στην εποχή της μεταδημοκρατίας και ο νέος ηγεμών της Ευρώπης φροντίζει κάθε τόσο να το υπενθυμίζει στους υποτελείς του. Πρόσφατα είναι τα παράπονα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για τον αρνητικό ρόλο της γαλλικής εθνοσυνέλευσης στη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων. Η κ. Μέρκελ ήταν περισσότερο σαφής προ ετών, τον Σεπτέμβριο του 2011, με αφορμή την αντίσταση στα μέτρα λιτότητας της πορτογαλικής βουλής: «Ζούμε βέβαια σε μια Δημοκρατία και αυτή είναι μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία και για αυτό [η ψήφιση] του προϋπολογισμού αποτελεί κεντρικό δικαίωμα του κοινοβουλίου και για αυτό το λόγο θα βρούμε τρόπους, ώστε η συμμετοχή του κοινοβουλίου στις αποφάσεις να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που, παρ’ όλα αυτά, να είναι συμβατή με την αγορά».

Με αυτές τις συνθήκες η συμμετοχή στο δημοψήφισμα και η απόρριψη των προτάσεων των δανειστών, το «Όχι», ξεπερνά τα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής και του νομίσματος. Είναι ζήτημα δημοκρατίας και ως τέτοιο το παρακολουθούν τόσο οι αντίπαλοι όσο και οι πολυάριθμοι υποστηρικτές της ελληνικής κυβέρνησης σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Και ως τέτοιο, ζήτημα δημοκρατίας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και αύριο, μπροστά στην κάλπη, ψηφίζοντας «Όχι.

Ακόμα όμως και αν υποθέσουμε ότι δικανικοί χειρισμοί θα μας απάλλασσαν, εμάς τους Έλληνες πολίτες, από το πικρό ποτήρι της επιλογής, τα ουσιαστικά διλήμματα για την οικονομία και τη δημοκρατία θα επανακάμψουν πολύ σύντομα και δριμύτερα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s